You are here: HOME NEWS
17 Jan

Mε την ολοκλήρωση του προγράμματος «Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου και η εφαρμογή τους: Ευρωπαϊκό Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα για Λειτουργούς της Δικαιοσύνης για τα δικαιώματα των προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας και όσων είναι θύματα ρατσιστικής βίας», που υλοποιεί το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ και συγχρηματοδοτείται από την European Commission, το ΕΣΠ διοργανώνει διημερίδα με θέματα νομικού περιεχομένου, που απευθύνεται σε επαγγελματίες του νόμου αλλά και στην ευρύτερη νομική κοινότητα, σήμερα, Τετάρτη 17 και αύριο, Πέμπτη 18 Ιανουαρίου στο Ιωνικό Κέντρο, Λυσίου 11, στην Πλάκα.

16 Jan

Αθήνα, 16 Ιανουαρίου 2018—Με σημερινή του Απόφαση, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά τη διαδικασία αυτόματης επανεξέτασης της απόφασης κράτησης του Ο.S., του ενός εκ των οκτώ Τούρκων αξιωματικών που είχε αφεθεί ελεύθερος την 30.12.2017, έκρινε νόμιμη την από 8.1.2018 απόφαση κράτησης με την οποία επιβλήθηκε στον Ο.S.  εκ νέου το μέτρο της κράτησης, καθώς «ο εν λόγω αλλοδαπός παραμένει στη χώρα χωρίς να κατέχει νόμιμα έγγραφα παραμονής, και χωρίς την εν γένει προστασία που θα παρείχε σε αυτόν το χορηγηθέν άσυλο, μεταπίπτοντας στο καθεστώς του αιτούντος ασύλου. … Ότι, σε κάθε περίπτωση δεν έχουν συμπληρωθεί τα ανώτατα όρια κράτησης (18 μήνες) του άρθρου 30 του ν. 3907/2011, διάταξη που τυγχάνει εφαρμογής και στους αιτούντες άσυλο, χωρίς να θίγεται  η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, ούτε οι διατάξεις  του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, σχετικά με το χρόνο κράτησής του ενώ, ήδη, έχει εξετασθεί το αίτημα χορήγησης ασύλου…. Τέλος, η προσωπική ασφάλεια του εν λόγω αλλοδαπού δεν επιτρέπει, υπό τις παρούσες περιστάσεις, εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων κράτησης, όπως νομίμως αναφέρεται στην υπό έγκριση απόφαση».

16 Jan

Αθήνα, 14 Ιανουαρίου 2018

 

Η ΚΑΜΠΑΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΛΟ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΤΙΣ ΣΟΒΑΡΕΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ

                                                         *********                                                                           

Η, προ ολίγων ημερών, σύλληψη, εντός της Υπηρεσίας Ασύλου και  διοικητική κράτηση του Τούρκου πρόσφυγα στον οποίο χορηγήθηκε άσυλο με απόφαση της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών, μετά την προσωρινή διαταγή της Προέδρου του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών περί αναστολής της ως άνω απόφασης, συνιστά, χωρίς αμφιβολία,  πρωτοφανή παράνομη ενέργεια που πλήττει τον πυρήνα του κράτους δικαίου.

Η ως άνω παράνομη σύλληψη και κράτηση εντάσσεται σε μια σειρά παραβιάσεων που τελούνται από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος των δικαιωμάτων των 8 Τούρκων στρατιωτικών αιτούντων άσυλο και προσφύγων και προσβάλλουν βασικές αρχές του κράτους δικαίου και δη το τεκμήριο αθωότητας, την αρχή της εμπιστευτικότητας, την προσωπική ελευθερία. Σηματοδοτούν, δε, τη συνέχιση της διολίσθησης της Κυβέρνησης και του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής σε πολιτικές, προφανώς, σκοπιμότητας σε βάρος της νομιμότητας.

15 Jan

 

Νόμιμοι περιορισμοί ελευθερίας αιτούντων άσυλο

πέραν της κράτησης

 

          Με αφορμή την υπόθεση των 8 Τούρκων στρατιωτικών, που αναζήτησαν διεθνή προστασία από την Ελληνική Πολιτεία, επανήλθαν στο προσκήνιο σειρά νομικών ζητημάτων, που αφορούν τους δικαιοκρατικούς όρους των νόμιμων περιορισμών της ελευθερίας που είναι δυνατό να επιβληθούν σε αιτούντα άσυλο, πέραν της κράτησης. Οι άνω νόμιμοι περιορισμοί της ελευθερίας αποτέλεσαν αντικείμενο νομικών προβληματισμών, με αφορμή κυρίως τον γεωγραφικό περιορισμό που έχει επιβληθεί στο σύνολο των αιτούντων άσυλο στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου[1] και ήδη, με την περίπτωση της παράνομης κράτησης των 8 Τούρκων στρατιωτικών[2], τίθενται εκ νέου.

  1. Κατοχύρωση του δικαιώματος ελευθερίας κυκλοφορίας από διατάξεις του Ελληνικού Συντάγματος και διεθνών συνθηκών που δεσμεύουν τη χώρα

Θα πρέπει να διευκρινίσουμε αρχικά ότι η ελευθερία κυκλοφορίας και καθορισμού τόπου διαμονής των αιτούντων άσυλο, προστατεύεται από πλέγμα διατάξεων του Ελληνικού Συντάγματος και Διεθνών Συμβάσεων που δεσμεύουν τη χώρα.

α. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Συντάγματος του 1975 προστατεύεται η προσωπική ελευθερία του ατόμου, υπό την έκφανση μεταξύ άλλων και της ελευθερίας κίνησης και εγκατάστασης στο εσωτερικό της χώρας, χωρίς καταρχήν προηγούμενη άδεια των αρχών ή ανακοίνωση σε αυτές. Κατά την κρατούσα δε γνώμη της θεωρίας η άνω ελευθερία καλύπτει και τους αλλοδαπούς[3], με την εξαίρεση βέβαια της ελευθερίας εισόδου στη χώρα και λοιπών περιορισμών που τάσσονται από το νόμο.

Περιορισμός μπορεί να κριθεί η παρεμπόδιση του φορέα του δικαιώματος να επισκεφθεί ή να κυκλοφορήσει σε ένα ορισμένο τόπο[4], ενώ η προσωπική του ελευθερία κατά τα λοιπά διατηρείται, η απαγόρευση διαμονής σε ορισμένο τόπο[5], και βέβαια, σε κάθε περίπτωση, ο περιορισμός κυκλοφορίας εντός μίας ευρύτερης περιοχής.

Οι άνω περιορισμοί για να είναι σύμφωνοι με το Σύνταγμα θα πρέπει να προβλέπονται από το νόμο στη βάση γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων, τα οποία συναρτώνται με συνταγματικά θεμιτό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, τηρουμένης βέβαια της αρχής της αναλογικότητας, έτσι ώστε να μην αφήνεται περιθώριο αυθαιρεσίας[6].

Τούτο βέβαια επιτάσσεται και από το άρθρο 25 του Συντάγματος, που προβλέπει ότι οι κάθε είδους περιορισµοί που µπορούν κατά το Σύνταγµα να επιβληθούν στα δικαιώµατα αυτά, πρέπει να προβλέπονται από το νόµο, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

β. Σύμφωνα δε με την Σύμβαση της Γενεύης για τη Νομική κατάσταση των προσφύγων επιφυλάσσεται στους νομίμως διαμένοντας επί της χώρας υποδοχής πρόσφυγες, το δικαίωμα ελεύθερης διαμονής, υπό την επιφύλαξη διατάξεων που περιορίζουν το δικαίωμα αυτό στους νομίμως διαμένοντες αλλοδαπούς εν γένει (περιορισμοί που δεν υφίστανται στο ελληνικό δίκαιο, με μόνη εξαίρεση ίσως αυτή του περιορισμού της απαγόρευσης αγοράς ακινήτου σε παραμεθόριες περιοχές).

Και ναι μεν έως την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα με νόμιμο τρόπο, ο αιτών άσυλο δεν δύναται να απολαύει των δικαιωμάτων της Σύμβασης, πλην όμως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η πράξη αναγνώρισης του καθεστώτος του πρόσφυγα είναι διαπιστωτική πράξη, έτσι ώστε να δύναται να εφαρμοσθούν οι διατάξεις της Σύμβασης και στους αιτούντες άσυλο, εφόσον δεν αντιβαίνουν προς το καθεστώς αυτών. Ετσι, για τους σκοπούς της διάταξης του άρθρου 26 της Σύμβασης που κατοχυρώνει το δικαίωμα ελεύθερης διαμονής, οι αιτούντες άσυλο θεωρούνται ότι βρίσκονται νομίμως στη χώρα[7]. Σε κάθε όμως περίπτωση, με βάση και το άρθρο 31 της Σύμβασης που προβλέπει στην παράγραφο 1 την απαγόρευση επιβολής ποινικών ή διοικητικών κυρώσεων για παράνομη είσοδο και διαμονή στο έδαφος του κράτους υποδοχής για τους πρόσφυγες, με την παράγραφο 2 αυτού δύνανται να επιβληθούν μόνο τα απαραίτητα περιοριστικά μέτρα έως τη ρύθμιση του καθεστώτος του αιτούντος άσυλο στο κράτος υποδοχής.

γ. Το άνω δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής επιτάσσεται πλέον και από το άρθρο 12 του Διεθνούς Συμφώνου για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα για τους νομίμως διαμένοντες στο έδαφος της χώρας με την επιφύλαξη περιορισμών προβλέπει ο νόμος και οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας, των χρηστών ηθών ή των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων.

          Σύμφωνα δε με τη Σύσταση Νο. 27 της Επιτροπής Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ της 2-11-1999, σε σχέση με το άρθρο 12 του άνω Συμφώνου: «Το ερώτημα εάν ένας αλλοδαπός βρίσκεται «νόμιμα» στην επικράτεια ενός κράτους καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο, το οποίο μπορεί να υποβάλλει την είσοδο ενός αλλοδαπού στην επικράτειά του σε περιορισμούς, με την προϋπόθεση ότι αυτοί είναι σύμφωνοι με τις διεθνείς υποχρεώσεις του.» Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι αιτούντες άσυλο θα πρέπει ενόψει της ρητής διάταξης του άρθρου 37 του ν. 4375/2016 που επιτρέπει την παραμονή τους στη χώρα έως την εξέταση της αιτήσεώς τους, να κριθούν ως νομίμως διαμένοντες υπό την έννοια του άνω Διεθνούς Συμφώνου. Στην ίδια σύσταση προβλέπεται ότι «Εφόσον το πρόσωπο βρίσκεται νόμιμα εντός του Κράτους, οποιοιδήποτε περιορισμοί στα δικαιώματά του που προστατεύονται από το άρθρο 12, παρ. 1 και 2, καθώς και οποιαδήποτε διακριτική μεταχείριση, από αυτή που επιφυλάσσεται για τους πολίτες του κράτους, πρέπει να αιτιολογείται σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται από το άρθρο 12 παρ. 3. (σ. 4)» Για να είναι επιτρεπτοί οι περιορισμοί πρέπει να προβλέπονται από το νόμο, να είναι απαραίτητοι σε μια δημοκρατική κοινωνία για την προστασία αυτών των σκοπών και να είναι σε συνέπεια με τα άλλα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το σύμφωνο» (σ. 11). Σύμφωνα δε με την ίδια Σύσταση τα περιοριστικά μέτρα πρέπει να είναι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, να είναι τα λιγότερο περιοριστικά σε σχέση με τα διαθέσιμα μέτρα και να είναι ανάλογα προς το σκοπό που εξυπηρετούν. (σ. 14).  στο άρθρο 8 της Σύμβασης της Ρώμης για την Προάσπιση των Ατομικών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), σε συνδυασμό με τα άρθρα 6, 18 και 53 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που επιβάλλουν την ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής αιτούντων άσυλο.

          δ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), προστατεύεται η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή κάθε προσώπου. Διάκριση θα πρέπει να γίνεται ως προς το επιβληθησόμενο μέτρο, καθώς εάν αυτό κριθεί ότι συνιστά στέρηση ελευθερίας, λαμβάνοντας υπόψη την ένταση του μέτρου, τη φύση και την ουσία αυτού, τότε εφαρμοστέο τυγχάνει το άρθρο 5 της ΕΣΔΑ που αφορά τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να επιβληθεί κράτηση[8].

Θα πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι η ΕΣΔΑ δεν διαφυλάσσει το δικαίωμα του αλλοδαπού για είσοδο σε μία χώρα, καθώς το Κράτος, βάσει διεθνών αναγνωρισμένων κανόνων διεθνούς δικαίου, δικαιούται να ελέγχει την είσοδο αλλοδαπού στην επικράτειά του[9]. Πλην όμως έχει γίνει δεκτό από το ίδιο Δικαστήριο ότι ο περιορισμός αλλοδαπού σε μια περιορισμένη γεωγραφική περιοχή συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του συγκεκριμένου προσώπου[10].

Η δε επέμβαση στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του προσώπου, θα πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να αποτελεί μέτρον αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία, για την προστασία ενός νόμιμου σκοπού (μιας επιτακτικής κοινωνικής ανάγκης) που προβλέπεται στο ίδιο άρθρο και να είναι ανάλογο με τον επιδιωκόμενο σκοπό, και με την επιφύλαξη η αιτιολόγηση του μέτρου να είναι σχετική και επαρκής[11].

Σύμφωνα δε με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για να κριθεί ένα μέτρο περιοριστικό των δικαιωμάτων που προασπίζεται η Σύμβαση, ως ανάλογο και αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία, η πιθανότητα προσφυγής σε εναλλακτικά μέτρα που θα προκαλούσαν μικρότερη επέμβαση στο θεμελιώδες δικαίωμα και ταυτόχρονα θα εκπληρούσαν τον ίδιο σκοπό, θα πρέπει προηγούμενα να αποκλεισθεί[12].

ε. Ηδη δε το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία καθώς και το δικαίωμα στο άσυλο προστατεύονται από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της Ευρωπαϊκής Ενωσης (άρθρα 6 και 18), ο οποίος πλέον έχει καταστεί νομικά δεσμευτικός και αποτελεί πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, υπό το φως του οποίου θα πρέπει να ερμηνεύονται οι διατάξεις του δευτερογενούς Ευρωπαϊκού δικαίου, όπως και οι εθνικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Ο ίδιος δε ο Χάρτης επιφυλάσσει την προστασία των δικαιωμάτων που προβλέπει η ΕΣΔΑ, καθώς προβλέπει ρητά ότι το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν θα επιφυλάσσει μικρότερη προστασία από τις διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες είναι μέρη η Ενωση, η Κοινότητα, όλα τα κράτη μέλη, και ιδίως από την ΕΣΔΑ, καθώς και από τα συντάγματα των κρατών μελών (άρθρο 53).

στ. Σημειώνεται ότι ειδικότερη προστασία προβλέπεται επίσης στο άρθρο 2 του Τέταρτου  Πρωτοκόλλου στην ΕΣΔΑ του 1963, το οποίο όμως δεν έχει υπογραφεί ούτε επικυρωθεί από την Ελλάδα, και κατά συνέπεια δεν είναι νομικά δεσμευτικό.

  1. Περιπτώσεις περιορισμού ελευθερίας με καθορισμό τόπου διαμονής με βάση τις οδηγίες περί υποδοχής αιτούντων διεθνή προστασία

Ολες οι ανωτέρω διατάξεις του διεθνούς δικαίου έχουν εξειδικευθεί ως προς το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των αιτούντων άσυλο στην Ελληνική νομοθεσία με το άρθρο 6 του π.δ. 220/2007 «Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη (Ε.Ε. L. 31/6.2.2003) (ΦΕΚ Α΄251),όπου ορίζονται τα εξής:

Διαμονή και ελευθερία κυκλοφορίας.

1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, οι αιτούντες μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στην επικράτεια ή στην περιοχή που τους ορίζει η Κεντρική Αρχή και να επιλέγουν τον τόπο διαμονής τους. Η οριζόμενη περιοχή δεν μπορεί να θίγει την ιδιωτική ζωή των αιτούντων και πρέπει να παρέχει σε αυτούς τη δυνατότητα άσκησης όλων των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο παρόν διάταγμα. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτούντες οφείλουν να ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης για κάθε αλλαγή της διεύθυνσης διαμονής τους. Δεν απαιτείται προηγούμενη έγκριση για την αλλαγή του τόπου διαμονής.

2. Σε αιτούντα ο οποίος δε διαθέτει στέγη ή επαρκείς πόρους για να καλύψει τις ανάγκες στέγασης του, παρέχεται στέγη σε Κέντρο Φιλοξενίας ή άλλο χώρο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3, ύστερα από αίτησή του, που υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές παραλαβής και εξέτασης.

3.Το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης γνωστοποιεί στην Κεντρική Αρχή τα διαθέσιμα Κέντρα Φιλοξενίας, καθώς και τους λοιπούς χώρους οι οποίοι κρίνονται κατάλληλοι για τη στέγαση των αιτούντων. Η κατανομή κάθε αιτούντος στα κέντρα και στους χώρους αυτούς γίνεται από την Κεντρική Αρχή, αφού ληφθούν υπόψη η διατήρηση της οικογενειακής ενότητας των αιτούντων, η λειτουργία φορέων κοινωνικών παροχών, η διαφύλαξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ των αιτούντων και η δυνατότητα μετακίνησης των αιτούντων στον οριζόμενο τόπο διαμονής….

5. Η Κεντρική Αρχή σε συνεργασία με την αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης αποφασίζει για τη διαμονή των αιτούντων στο συγκεκριμένο τόπο, όταν συντρέχουν προς τούτο λόγοι δημόσιου συμφέροντος ή δημόσιας τάξης ή όταν αυτό είναι αναγκαίο για την ταχεία και αποτελεσματική διεκπεραίωση της αίτησης τους. …”

Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 του ιδίου διατάγματος (άρθρο 2 οδηγίας 2003/9/ΕΚ):

Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος:

ιγ) Κεντρική αρχή είναι η Διεύθυνση Αλλοδαπών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.

(Σημείωση: Οι αρμοδιότητες της αρμόδιας κατά το πδ 220/2007 Διεύθυνσης του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μεταβιβάσθηκαν στην Διεύθυνση Υποδοχής της Γενικής Γραμματείας Υποδοχής του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής που συστάθηκε με το άρθρο 27 του ν. 4375/2016 και προβλεπόταν να αναλάβει βάσει του άρθρου 80 παρ. 22 του ίδιου νόμου από 1-9-2016 τις αρμοδιότητες του Τμήματος προστασίας Ευπαθών Ομάδων, Προσφύγων – Αιτούντων Άσυλο της Διεύθυνσης Κοινωνικής Αντίληψης και Αλληλεγγύης της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που είχε αναλάβει τις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής μετά διαδοχικές νομοθετικές τροποποιήσεις.

Πρόσφατα, μετά την δημοσίευση του Οργανισμού του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής με το πδ 122/2017 - ΦΕΚ Α' 149, οι άνω αρμοδιότητες προβλέπεται να αναληφθούν από 10-6-2018 από το Τμήμα Διαχείρισης Αιτημάτων Στέγασης της Διεύθυνσης Προστασίας Αιτούντων Άσυλο της Γενικής Γραμματείας Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής. Στην πράξη, ενόψει του ότι ουδέποτε συνεστήθη η Διεύθυνση Υποδοχής της Γενικής Γραμματείας Υποδοχής του Υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, είναι αμφίβολο από ποια υπηρεσία ασκούνται σήμερα οι ως άνω αρμοδιότητες. Θα πρέπει δε να ληφθεί υπόψη ότι το Τμήμα προστασίας Ευπαθών Ομάδων, Προσφύγων – Αιτούντων Άσυλο του Υπουργείου Εργασίας καταργήθηκε ήδη με το το πδ 134/2017 ΦΕΚ Α' 168, με αποτέλεσμα την επίταση της σύγχυσης ως προς την άσκηση των κατά νόμο αρμοδιοτήτων, ενώ το ΕΚΚΑ, ως φορέας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, εμφανίζεται σήμερα να ασκεί τις αρμοδιότητες εποπτείας και διαχείρισης παραπομπών αιτημάτων φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων μόνο και όχι των αιτούντων άσυλο[13]).

Παρεμφερείς διατάξεις περιέχει το άρθρο 7 της οδηγίας 2013/33/ΕΕ της 26ης Ιουνίου 2013 (L180/96) Σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (αναδιατύπωση):

Διαμονή και ελευθερία κυκλοφορίας

1. Οι αιτούντες μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής ή στην περιοχή την οποία τους ορίζει αυτό το κράτος μέλος. Η οριζόμενη περιοχή δεν θίγει την αναπαλλοτρίωτη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής και αφήνει αρκετά περιθώρια για την εξασφάλιση της πρόσβασης σε όλα τα πλεονεκτήματα στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν σχετικά με τη διαμονή του αιτούντος, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, δημόσιας τάξης ή, όταν είναι αναγκαίο, για την ταχεία επεξεργασία και την αποτελεσματική παρακολούθηση της αίτησής του/της για παροχή διεθνούς προστασίας.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να συνδέουν την παροχή των υλικών συνθηκών υποδοχής με την πραγματική διαμονή των αιτούντων σε συγκεκριμένο τόπο, τον οποίο καθορίζουν τα κράτη μέλη. Η σχετική απόφαση, η οποία μπορεί να είναι γενικού χαρακτήρα, πρέπει να λαμβάνεται σε ατομική βάση και θεσπίζεται από το εθνικό δίκαιο.

4. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τη δυνατότητα να παρέχεται στους αιτούντες προσωρινή άδεια απομάκρυνσης από τον τόπο διαμονής που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 ή/και την οριζόμενη περιοχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε ατομική, αμερόληπτη και αντικειμενική βάση και πρέπει να αιτιολογούνται όταν είναι απορριπτικές. Ο αιτών δεν χρειάζεται να ζητεί άδεια προκειμένου να παρουσιασθεί στις αρχές ή να εμφανισθεί ενώπιον δικαστηρίου, εφόσον η παρουσία του είναι αναγκαία.

5. Τα κράτη μέλη ζητούν από τους αιτούντες να γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές τη διεύθυνσή τους και να τους κοινοποιούν οποιαδήποτε μεταβολή της διεύθυνσης αυτής, το συντομότερο δυνατόν.”

Σημειώνεται ότι η Ελληνική νομοθεσία θα έπρεπε να προσαρμοσθεί με την άνω οδηγία από τις 20-7-2015, πλην όμως αυτό δεν έχει επιτευχθεί έως σήμερα, ισχύοντος έτσι του πδ 220/2007, με όλα τα προβλήματα αρμοδιοτήτων που ως άνω αναφέρονται. Σε κάθε περίπτωση όμως, το Ελληνικό δίκαιο θα πρέπει να ερμηνεύεται μετά την πάροδο της προθεσμίας συμμόρφωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, υπό το φως των διατάξεων της ως άνω οδηγίας 2013/33/ΕΕ .

          3. Δυνατότητα επιβολής περιοριστικών όρων σε Ανοικτές Δομές Υποδοχής και Φιλοξενίας του ν. 4375/2016

Σύμφωνες με τις διατάξεις της ως άνω οδηγίας, αλλά και του πλέγματος των ανωτέρω αναφερόμενων διατάξεων του Συντάγματος και του Διεθνούς Δικαίου, είναι και οι διατάξεις του άρθρου  15 του ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α' 51) που προβλέπει το καθεστώς παραμονής σε ανοιχτές Δομές Προσωρινής Υποδοχής και Προσωρινής Φιλοξενίας, που ανήκουν στην Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης σύμφωνα με το οποίο:

“...2. Οι παραμένοντες στις Δομές αυτές μπορούν να εισέρχονται και να εξέρχονται ελεύθερα, υπό την προϋπόθεση τήρησης των υποχρεώσεών τους, όπως αυτές προκύπτουν από τον Κανονισμό Λειτουργίας τους, υπό την επιφύλαξη της επιβολής τυχόν περιοριστικών όρων σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 3907/2011.

Εως σήμερα έχουν συσταθεί 5 Ανοικτές Δομές Προσωρινής Υποδοχής και Προσωρινής Φιλοξενίας (Αττικό Αλσος, Ελαιώνας, Λέρος, Σχιστό, Διαβατά), ενώ τα 5 Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου (Λέσβος, Χίος, Σάμος, Λέρος και Κως), έχουν συσταθεί υπό διφυή μορφή και ως Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης και ως Ανοικτές Δομές Προσωρινής Υποδοχής και Φιλοξενίας, υπό την Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης. Οι υπόλοιπες υπάρχουσες δομές φιλοξενίας στο σύνολο της χώρας διαχειρίζονται από ποικιλομορφία ιδιωτικών και δημόσιων φορέων, χωρίς να υφίσταται κάποια δημόσια υπηρεσία διαχείρισης της εποπτείας της λειτουργίας τους και των παραπομπών των αιτημάτων φιλοξενίας προς αυτές, αρμοδιότητες οι οποίες ασκούνται άτυπα και εν μέρει από το Πολιτικό Γραφείο του Υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Το άρθρο δε 22 παρ. 3 του ν. 3907/2011, που εφαρμόζεται ανάλογα σύμφωνα με τα ανωτέρω, προβλέπει ότι:

Οι αρμόδιες για την έκδοση της απόφασης επιστροφής αρχές μπορούν να επιβάλλουν καθ' όλο το χρονικό διάστημα της προθεσμίας οικειοθελούς αναχώρησης υποχρεώσεις στον υπήκοο τρίτης χώρας, με σκοπό την αποφυγή του κινδύνου διαφυγής, όπως την τακτική εμφάνιση ενώπιον αρχών, την κατάθεση κατάλληλης οικονομικής εγγύησης, την κατάθεση εγγράφων ή την υποχρέωση παραμονής σε ορισμένο μέρος. ...”

          4. Γενικές προϋποθέσεις επιβολής περιοριστικού της ελευθερίας μέτρου

Σύμφωνα έτσι με το πλέγμα των ως άνω διατάξεων προβλέπεται η αρχή ότι οι αιτούντες άσυλο μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής ή στην περιοχή, την οποία τους ορίζει αυτό το κράτος μέλος, ελευθερία η οποία μπορεί να περιορισθεί με βάση τις άνω αναφερόμενες διατάξεις.

Η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου 7 της οδηγίας 2003/9/ΕΕ (που ενσωματώθηκε με το άρθρο 6 παρ. 5 του πδ 220/2007 στο εθνικό δίκαιο) διευκρινίζει ωστόσο ότι τα κράτη μέλη μπορούν, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, παραδείγματος χάριν εάν το επιτάσσει η νομοθεσία ή η δημόσια τάξη, να περιορίζουν τον αιτούντα άσυλο σε συγκεκριμένο τόπο, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο[14]. Όπως δε προβλέπει το ίδιο άρθρο 6 παρ. 5 του πδ 220/2007, αλλά και η μη εισέτι ενσωματωθείσα οδηγία 2013/33/ΕΕ, τέτοιοι περιορισμοί είναι νόμιμοι εφόσον επιβάλλονται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, δημόσιας τάξης, ή για την ταχεία επεξεργασία και την αποτελεσματική παρακολούθηση της αίτησης για παροχή διεθνούς προστασίας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 7 παρ. 2 της μη ενσωματωθείσας οδηγίας 2013/33/ΕΕ (πλην όμως επιβαλλόμενης να ληφθεί υπόψη προς ερμηνεία των διατάξεων του εθνικού δικαίου), αλλά και ενόψει των άνω μνημονευόμενων διατάξεων του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου, θα πρέπει να κριθεί ότι τέτοιοι περιορισμοί δεν μπορούν να επιβληθούν αδιάκριτα, παρά μόνο υπό τους όρους του άρθρου 6 παρ. 5 του πδ 220/2007, ήτοι δηλαδή μόνο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, δημοσίας τάξεως ή όταν είναι αναγκαίο, για την ταχεία επεξεργασία και την αποτελεσματική παρακολούθηση της αίτησης για παροχή διεθνούς προστασίας.

Η σχετική δε απόφαση που θα εκδοθεί θα πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς ως προς την αναγκαιότητα επιβολής τους για προστασία δημοσίου συμφέροντος, της δημοσίας τάξης, ή για την ταχεία και αποτελεσματική εξέταση του αιτήματος, κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης όλων των στοιχείων της υπό κρίση περίπτωσης[15].

Παρόμοιες προϋποθέσεις για τη νόμιμη επιβολή περιοριστικών όρων σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4375/2016 σε συνδ. με την παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 3907/2011, αναλογικά εφαρμοζόμενη, θα πρέπει να πληρούνται και ως προς τους περιορισμούς ελευθερίας που δύνανται να επιβληθούν σε Ανοικτές Δομές Προσωρινής Υποδοχής και Προσωρινής Φιλοξενίας της ΥΠΥΤ, ενώ βέβαια κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, ενόψει της απουσίας οποιουδήποτε κανονιστικού πλαισίου λειτουργίας, στο σύνολο των λοιπών άτυπων δομών φιλοξενίας που λειτουργούν στο σύνολο της χώρας.

5. Η ειδική περίπτωση του περιορισμού κυκλοφορίας σε τμήμα της Ελληνικής Επικράτειας με απόφαση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου (γεωγραφικός περιορισμός) του άρθρου 41 του ν. 4375/2016

Συναφής διάταξη που προβλέπει περιορισμό της ελευθερίας περιέχεται στο άρθρο 41 του νόμου 4375/2016 (ΦΕΚ Α’ 51/3-4-2016) Περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση) (L 180/29.6.2013) που προβλέπει ότι:

«Εγγυήσεις για τους αιτούντες

1. Οι αιτούντες, κατά την εφαρμογή των διατάξεων των Κεφαλαίων Γ΄ και Δ΄ έχουν τα ακόλουθα δικαιώματα:

δ) … ββ) Το δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία αποτελεί προσωρινό τίτλο, δεν θεμελιώνει δικαίωμα για έκδοση άδειας διαμονής, διασφαλίζει την απόλαυση των δικαιωμάτων των αιτούντων όπου αυτά προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, εξασφαλίζει τις απαραίτητες αναγκαίες συναλλαγές κατά το χρόνο ισχύος του και τους επιτρέπει την παραμονή στην Ελληνική Επικράτεια.

 γγ) Στο δελτίο μπορεί να αναφέρεται περιορισμός της κυκλοφορίας των αιτούντων σε τμήμα της Ελληνικής Επικράτειας, μετά από απόφαση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου.»

 

Ο ως άνω περιορισμός αποτελεί εξαίρεση του γενικότερου δικαιώματος ελεύθερης επιλογής του χώρου διαμονής και κυκλοφορίας στο εσωτερικό της χώρας που προβλέπεται στο άρθρο 37 του ίδιου νόμου, όπου ορίζεται:

«Δικαίωμα παραμονής αιτούντων – Εξαιρέσεις

1. Οι αιτούντες επιτρέπεται να παραμένουν στη χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας και απαγορεύεται η απομάκρυνσή τους με οποιονδήποτε τρόπο.»

 

Ο ως άνω περιορισμός της κυκλοφορίας των αιτούντων σε συγκεκριμένο τμήμα της Ελληνικής Επικράτειας, αποτελεί περιοριστικό μέτρο της ελευθερίας των αιτούντων άσυλο, στους οποίους βέβαια επιβάλλεται η υποχρέωση από το νόμο σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως:

«….γ. Ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες Αρχές Παραλαβής για τη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής τους και τα άλλα στοιχεία επικοινωνίας τους καθώς και για κάθε μεταβολή των ως άνω στοιχείων.»

Με βάση την ως άνω διάταξη, ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Ασύλου μπορεί να επιβάλλει περιορισμό κυκλοφορίας των αιτούντων σε συγκεκριμένο τμήμα της Ελληνικής Επικράτειας, υπό τις προϋποθέσεις της ως άνω αναφερόμενης οδηγίας 2013/33/ΕΕ (υπό το φως της οποίας θα πρέπει να ερμηνεύεται η ισχύουσα νομοθεσία) για λόγους δημοσίου συμφέροντος, και ειδικότερα για την ταχεία επεξεργασία και την αποτελεσματική παρακολούθηση της αίτησης για παροχή διεθνούς προστασίας, ενόψει και του σκοπού της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, σε προσαρμογή του άρθρου 12 της οποίας έχει θεσπισθεί η διάταξη του άρθρου 41 του ν. 4375/2016. Θα πρέπει έτσι να λεχθεί ότι είναι άκρως αμφίβολο, αν μπορεί να τεθεί τέτοιος περιορισμός με απόφαση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου για λόγους δημόσιας τάξης, ενόψει του ότι η τήρηση της δημόσιας τάξης δεν αποτελεί σκοπό της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, αλλά ούτε βέβαια και περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητες της Υπηρεσίας Ασύλου.

Και στην παρούσα περίπτωση, όμως ενόψει και των ως άνω αναφερόμενων συνταγματικών διατάξεων και διατάξεων διεθνών συμβάσεων που προστατεύουν την ελευθερία κινήσεως και των αιτούντων άσυλο, η σχετική απόφαση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, θα πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς ως προς την αναγκαιότητα επιβολής του περιοριστικού μέτρου για προστασία του δημοσίου συμφέροντος, ή για την ταχεία και αποτελεσματική εξέταση του αιτήματος, κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης όλων των στοιχείων της υπό κρίση περίπτωσης.

Σε κάθε δε περίπτωση η άνω διάταξη ελέγχεται και ως προς την αντισυνταγματικότητά της, καθώς είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, ενόψει του ότι είναι απολύτως γενική και αόριστη, δεν προσδιορίζει το αντικείμενο της εξουσιοδότησης, ούτε και τα όρια εντός των οποίων οφείλει να κινηθεί, οδηγώντας έτσι σε αυθαίρετη κρίση της Διοίκησης.

Δεν περιλαμβάνει δε η ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη οποιαδήποτε ουσιαστική ρύθμιση που, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο θα έθετε τα όρια, σύμφωνα προς τα οποία όφειλε να ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα.

Πρόσφατη χρήση του άνω μέτρου έχει γίνει με την υπ’ αριθμ. οικ. 10464/31-5-2017 (ΦΕΚ Β 1977/7-6-2017) απόφαση «Περιορισμός κυκλοφορίας των αιτούντων διεθνή προστασία» της Διευθύντριας της Υπηρεσίας Ασύλου και μάλιστα μαζικά και αδιάκριτα για το σύνολο των αιτούντων άσυλο που υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Κατά της ως άνω απόφασης έχει υποβληθεί αίτηση ακύρωσης, της οποίας η εκδίκαση εκκρεμεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας[16].

          5. Επιβολή περιορισμού της ελευθερίας στις διαδικασίες υποδοχής και ταυτοποίησης

Περιοριστικά της ελευθερίας μέτρα προβλέπονται επίσης στην περίπτωση της υπαγωγής στις διαδικασίες υποδοχής και ταυτοποίησης για όσους πολίτες τρίτων χωρών και ανιθαγενείς εισέρχονται χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις στη χώρα, ή διαμένουν χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις στην Ελλάδα και δεν αποδεικνύουν την ιθαγένεια και την ταυτότητά τους με έγγραφο δημόσιας αρχής, όπου μπορούν να επιβληθούν νόμιμα περιορισμοί της ελευθερίας και πάντως κατ΄ανώτατο όριο 25 ημερών, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 14 του ν. 4375/2016 (ΦΕΚ Α' 51). 

Το περιεχόμενο δε του άνω περιορισμού ελευθερίας σε αυτή την περίπτωση είναι σύμφωνα με την παρ. 3 του ως άνω άρθρου 14 του ν. 4375/2016, σημαντικά πιο δεσμευτικό για την ελευθερία του συγκεκριμένου προσώπου, ενόψει του ότι συνεπάγεται την απαγόρευση εξόδου από το Κέντρο και την παραμονή στους χώρους του, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του Εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του Κέντρου. Αρχικά μάλιστα επιβάλλεται ο περιορισμός της ελευθερίας αυτόματα από το νόμο με απόφαση του Διοικητή του Κέντρου που εκδίδεται εντός 3 ημερών από την είσοδό του, ενώ σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης των διαδικασιών υποδοχής και ταυτοποίησης εντός του άνω διαστήματος προβλέπεται η δυνατότητα σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 4 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 4375/2016, παράτασης του άνω διαστήματος έως συνολικά και κατ΄ανώτατο όριο 25 ημερών από την είσοδο στο κέντρο. Προβλέπεται δε σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άνω άρθρου η δυνατότητα χορήγησης άδειας προσωρινής εξόδου από το Κέντρο με απόφαση του Διοικητή, κατ' εξαίρεση και για σοβαρούς λόγους, όπως για λόγους υγείας του παραμένοντος στο Κέντρο ή συγγενή του.

Η ως άνω συστηματική και αδιάκριτη επιβολή του άνω μέτρου, χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση και χωρίς εκτίμηση της αναγκαιότητας για την επιβολή του, για το σύνολο των νεοεισερχόμενων πολιτών τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένων προσώπων που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, έχει κατακριθεί ήδη[17] ως αντίθετη στο άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, ενόψει και της έλλειψης πρόβλεψης δικαστικής επανεξέτασης που επιβάλλεται σε ένα μέτρο στέρησης της ελευθερίας που ισοδυναμεί με κράτηση.

Τα ανωτέρω θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και εξετασθούν πάντα ενόψει των ιδιαίτερων περιστάσεων εκτέλεσης του μέτρου. Η απαγόρευση εξόδου και η υποχρεωτική διαμονή σε φυλασσόμενες από αστυνομικό προσωπικό εγκαταστάσεις (ΚΥΤ), θα πρέπει έτσι σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να ελεγχθεί εάν συνιστούν στέρηση ελευθερίας, λαμβάνοντας υπόψη την ένταση του μέτρου, τη φύση και την ουσία αυτού[18], έτσι ώστε, σε αυτή την περίπτωση, η νομιμότητα να ελεγχθεί και υπό τους όρους του άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, ως συνιστώσα στέρηση της ελευθερίας, δηλαδή κράτηση.

Σύμφωνα δε με την παράγραφο 7 του ως άνω άρθρου 14 εφόσον υποβληθεί αίτηση διεθνούς προστασίας “...οι αιτούντες διεθνή προστασία δύνανται να παραμένουν στις εγκαταστάσεις για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία εξέτασης της αίτησης τους και για διάστημα μέχρι και εικοσιπέντε ημερών από την είσοδό τους στο Κέντρο. Αν μετά την παρέλευση του χρονικού αυτού διαστήματος δεν έχει περατωθεί η εξέταση της αίτησης, το αρμόδιο Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου χορηγεί στον ενδιαφερόμενο, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Τρίτου Μέρους του παρόντος, δελτίο αιτούντος διεθνή προστασία και αίρεται ο περιορισμός της ελευθερίας υπό την επιφύλαξη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 46. Στη συνέχεια ο αιτών παραπέμπεται από την Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης σε κατάλληλες δομές φιλοξενίας. Εφόσον η αίτηση και η τυχόν υποβληθείσα προσφυγή απορριφθούν, ενόσω ο αιτών παραμένει στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης, παραπέμπεται στην αρμόδια αρχή για την υπαγωγή του σε διαδικασίες επιστροφής, επανεισδοχής ή απέλασης.”

          6. Η εξαίρεση της κράτησης

Εξαίρεση προς τα ανωτέρω αποτελούν οι διατάξεις περί δυνατότητας κράτησης των αιτούντων διεθνή προστασία του άρθρου 46 του ν. 4375/2016, οι οποίες όμως εφαρμόζονται μόνο σε αιτούντες που υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας ενόσω ήδη κρατούνται, βάσει των σχετικών διατάξεων των νόμων 3386/2005 (Α΄212) και 3907/2011 (Α΄7), όπως ισχύουν, και στην περίπτωση αυτή δύναται να διαταχθεί η παραμονή τους υπό κράτηση κατ’ εξαίρεση, εφόσον αυτή είναι αναγκαία, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης και υπό την προϋπόθεση ότι δεν μπορούν να εφαρμοσθούν εναλλακτικά μέτρα, όπως αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3907/2011, για έναν από τους λόγους στο ως άνω άρθρο 46 του ν. 4375/2016.

          7. Υποχρέωση σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής των αιτούντων άσυλο

Σεκάθε περίπτωση, οι επιβαλλόμενοι περιορισμοί ελευθερίας, θα πρέπει να σέβονται την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή των αιτούντων. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του πδ 220/2007, προβλέπεται ότι η περιοχή (εντός της οποίας μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα οι αιτούντες άσυλο) δεν μπορεί να θίγει την ιδιωτική ζωή των αιτούντων και πρέπει να παρέχει σε αυτούς τη δυνατότητα άσκησης όλων των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο άνω διάταγμα (ερμηνευόμενη υπό το φως του άρθρου 7 της αναδιατυπωμένης οδηγίας 2013/33/ΕΚ, μετά την πάροδο προθεσμίας συμμόρφωσης προς την προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας σε αυτήν).

Ετσι:

-Σύμφωνα με το άρθρο 7 του πδ 220/2007 οι αρμόδιες αρχές κατά την παρεχόμενη στον αιτούντα στέγαση λαμβάνουν, στο μέτρο του δυνατού, τα κατάλληλα μέτρα για την διατήρηση της ενότητας της οικογένειάς του, που βρίσκεται στη χώρα εφόσον συναινεί προς τούτο και ο ίδιος. Ως μέλη δε της οικογένειας, σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. δ του ιδίου πδ 220/2007, μπορούν να θεωρηθούν εκτός του συζύγου και του εκτός γάμου συμβιούντος, τα ανήλικα και άγαμα τέκνα, αλλά και μεταξύ άλλων και οι γονείς και τα ενήλικα τέκνα του αιτούντος, που είναι οικονομικώς εξαρτώμενα από αυτόν.

-Σύμφωνα με το άρθρο 9 του πδ 220/2007 τα ανήλικα τέκνα των αιτούντων και οι ανήλικοι αιτούντες έχουν πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα υπό προϋποθέσεις ανάλογες με αυτές που ισχύουν για τους Ελληνες πολίτες.

-Σύμφωνα με το άρθρο 71 του ν. 4375/2016 οι αιτούντες διεθνή προστασία έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε εξαρτημένη εργασία και παροχή υπηρεσιών έργου.

-Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 11 του πδ 220/2007 οι αιτούντες έχουν πρόσβαση σε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης που πραγματοποιούν δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται για τους Ελληνες πολίτες.

-Σύμφωνα με το άρθρο 12 του πδ 220/2007 οι αρμόδιες αρχές υποδοχής και φιλοξενίας μεριμνούν ώστε να εξασφαλιστούν ικανές υλικές συνθήκες υποδοχής που να παρέχουν στους αιτούντες επίπεδο διαβίωσης που διασφαλίζει την υγεία, την κάλυψη βιοτικών αναγκών και την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Το προαναφερόμενο επίπεδο διαβίωσης εξασφαλίζεται και στην ειδική περίπτωση των ατόμων με ειδικές ανάγκες.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 13 του πδ 220/2007 η στέγαση σε κέντρα φιλοξενίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος, μετά την παρέλευση του οποίου παρέχεται κάθε διευκόλυνση στους αιτούντες προκειμένου να εξασφαλίσουν κατάλληλο ιδιωτικό χώρο στέγασης. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, η στέγαση στα Κέντρα φιλοξενίας εξασφαλίζει την προστασία της ιδιωτικής ζωής καθώς και την πρόσβαση στις κατάλληλες υγειονομικές και ιατρικές υπηρεσίες, προστατεύεται το δικαίωμα της οικογενειακής ζωής και της προσωπικής ασφάλειας, η δυνατότητα επικοινωνίας των αιτούντων με συγγενείς, νομικούς συμβούλους, μη κυβερνητικές οργανώσεις και αντιπροσώπους της ΥΑ του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες. Σχετικές επίσης είναι και οι υποχρεώσεις της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης ως προς την παροχή κατάλληλων συνθηκών υποδοχής και φιλοξενίας με βάση το άρθρο 14 παρ. 5 του ν. 4375/2016.

-Σύμφωνα με το άρθρο 14 του πδ 220/2007, στους αιτούντες παρέχεται δωρεάν η απαραίτητη ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη, όπως αυτή εξειδικεύεται στο άνω άρθρο, με την προϋπόθεση ότι αυτοί είναι ανασφάλιστοι και οικονομικά αδύναμοι. Στους δε αιτούντες με ειδικές ανάγκες, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ιδίου νόμου παρέχεται εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα.

-Σύμφωνα με το άρθρο 17 του πδ 220/2007 οι αρμόδιες αρχές και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης φροντίζουν για την ειδική μεταχείριση των αιτούντων που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες όπως, οι ανήλικοι, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, οι ανάπηροι, οι ηλικιωμένοι, οι εγκυμονούσες, οι μονογονεϊκές οικογένειες με ανήλικα παιδιά, καθώς και τα πρόσωπα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας. Ειδική μέριμνα επίσης οφείλει να λαμβάνεται υπό τους όρους του άρθρου 18 του πδ 220/2007 για ανηλίκους που είναι θύματα κάθε μορφής κακοποίησης, αμέλειας, εκμετάλλευσης, βασανιστηρίων ή σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης  ή ενόπλων συγκρούσεων. Προκειμένου δε περί ασυνόδευτων ανηλίκων σύμφωνα με το άρθρο 19 του πδ 220/2007 οφείλουν να λαμβάνονται ειδικότερα μέτρα προστασίας, που εξειδικεύονται στο άνω άρθρο, με βάση το συμφέρον του ανηλίκου. Τέλος με το άρθρο 20 του πδ 220/2007, σε περίπτωση θύματος βασανιστηρίων, βιασμού ή άλλων σοβαρών πράξεων βίας, παρέχεται ειδική φροντίδα από εξειδικευμένες υπηρεσίες, για την απαραίτητη υποστήριξη και θεραπεία των τραυμάτων που προκάλεσαν οι προαναφερόμενες πράξεις. Την άνω ειδική φροντίδα επιτάσσει και το άρθρο 14 παρ. 8 του ν. 4375/2016 που αφορά τις διαδικασίες υποδοχής εντός των Κέντρων Υποδοχής και Ταυτοποίησης.

 

8. Τήρηση της αρχής της αναλογικότητας

Σε κάθε δε περίπτωση το οποιοδήποτε επιβληθησόμενο μέτρο περιορισμού της ελευθερίας, θα πρέπει να είναι ανάλογο του επιδιωκόμενου σκοπού τον οποίο εξυπηρετεί, και μη δυσανάλογο σε σχέση με τον περιορισμό που επιβάλλει.

Θα πρέπει έτσι πριν την επιβολή οποιουδήποτε περιοριστικού μέτρου να ελέγχεται από τη Διοίκηση η δυνατότητα εφαρμογής άλλου ηπιότερου εναλλακτικού μέτρου, όπως π.χ. η υποχρέωση αναφοράς στις αρχές και δηλώσεως της αλλαγής διευθύνσεως κατοικίας, που προβλέπεται π.χ. ως υποχρέωση του αιτούντος διεθνή προστασία στο άρθρο 42 του του ν. 4375/2016.

Θα πρέπει δε για το οποιοδήποτε μέτρο να προβλέπεται ορισμένη διάρκεια, ενόψει και του μακρού χρόνου εξέτασης αιτημάτων ασύλου, η οποία δύναται σε αρκετές περιπτώσεις να ολοκληρωθεί ακόμη και έτη μετά, όπως είναι η ισχύουσα διοικητική πρακτική, διάστημα απολύτως δυσανάλογο σε σχέση με τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος που καλείται να εξυπηρετήσει, συγκρινόμενο με το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία του αιτούντος που διαφυλάσσεται από υπερνομοθετικές διατάξεις.

Θα πρέπει δε να συνεκτιμηθεί σε μια τέτοια κρίση έλλειψης αναλογικότητας και το γεγονός ότι υφίστανται στο νόμο επαρκή εναλλακτικά μέτρα για την εκπλήρωση του σκοπού αποτελεσματικής και ταχείας εξέτασης του αιτήματος διεθνούς προστασίας, όπως αυτό της υποχρέωσης αναφοράς της διεύθυνσης κατοικίας του αιτούντος σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 περ. γ του ν. 4375/2016, αλλά και της υποχρέωσης αυτοπρόσωπης εμφάνισής τους ενώπιον των αρμόδιων αρχών της Υπηρεσίας Ασύλου, όποτε κληθούν προς αυτό (και κατά την ισχύουσα πρακτική, σε κάθε περίπτωση, κατά την ανανέωση των δελτίων αιτούντος άσυλο που τους χορηγούνται σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 1 περ. α’ του . 4375/2016).

9. Υποχρέωση πρόβλεψης δυνατότητας επανεξέτασης της απόφασης επιβολής περιοριστικού της ελευθερίας μέτρου

Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, που επιτάσσει το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής, να προβλέπεται διαδικασία επανεξέτασης του επιβληθησόμενου περιοριστικού μέτρου.
          Τέτοια πρόβλεψη περιέχεται στην διάταξη του άρθρου 21 του πδ 220/2007, όπου προβλέπεται ότι «Οι αιτούντες έχουν δικαίωμα να ασκήσουν ενδικοφανή προσφυγή, … και κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 6, ενώπιον του Προϊσταμένου του Κλάδου Ασφάλειας και Τάξης του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση της απόφασης.»

Η ως άνω διάταξη βέβαια θα πρέπει να ερμηνευθεί και υπό το φως της νεώτερης οδηγίας 2013/33/ΕΕ, η οποία στο άρθρο 26 προβλέπει ότι «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αποφάσεις …. που λαμβάνονται κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 7, οι οποίες θίγουν ατομικά του αιτούντες, να μπορούν να προσβάλλονται με τις διαδικασίες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο. Στον τελευταίο βαθμό τουλάχιστον χορηγείται η δυνατότητα προσφυγής ή επανεξέτασης, για νομικούς ή πραγματικούς λόγους, ενώπιον δικαστικής αρχής». Προβλέπεται μάλιστα από τις διατάξεις του άνω άρθρου 26 η υποχρέωση των κρατών μελών να εξασφαλίζουν δωρεάν νομική συνδρομή στο πλαίσιο επανεξέτασης των άνω αποφάσεων, υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις των σχετικών διατάξεων.

Παρόμοια, και στην περίπτωση του άρθρου 14 του ν. 4375/2016 κατά της απόφασης παράτασης έως 25 ημέρες του περιορισμού της ελευθερίας εντός του Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης «Ο πολίτης τρίτης χώρας ή ανιθαγενής που τελεί υπό περιορισμό της ελευθερίας του, παράλληλα με τα δικαιώματα που έχει σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, μπορεί να προβάλλει και αντιρρήσεις κατά της απόφασης παράτασης του περιορισμού της ελευθερίας του ενώπιον του Προέδρο ή του υπ΄ αυτού οριζομένου Πρωτοδίκη του Διοικητικού Πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου λειτουργεί το Κέντρο», σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις του άνω άρθρου που παραπέμπει σε διαδικασία όμοια με αυτή των αντιρρήσεων κατά της κράτησης αναλόγως με τις διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 76 του ν. 3386/2005.

Τέτοια διαδικασία επανεξέτασης όμως δεν προβλέπεται στην περίπτωση της ειδικής πρόβλεψης του άρθρου 41 του ν. 4375/2016, και της επιβολής περιορισμού κυκλοφορίας σε τμήμα της Ελληνικής Επικράτειας (γεωγραφικός περιορισμός) με βάση αυτή τη διάταξη, καθιστώντας και γι΄ αυτό το λόγο νομικά προβληματική την άνω διάταξη.

Είναι αυτονόητο ότι αποτελεσματική προσφυγή, δεν μπορεί να θεωρηθεί η αίτηση ακύρωσης ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων κατά της απόφασης επιβολής μέτρου περιοριστικού της ελευθερίας, καθώς η αίτηση ακύρωσης είναι γενικό ένδικο μέσο που προβλέπεται για όλες τις διοικητικές πράξεις και όχι για την επανεξέταση της προσβολής προστατευόμενων δικαιωμάτων, από το Σύνταγμα και από διατάξεις του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου. Επιπλέον, δεν είναι αποτελεσματική προσφυγή, καθώς, ενώ οι συνέπειες ενός μέτρου περιορισμού της ελευθερίας, με βάση την κείμενη νομοθεσία, διαρκούν στο χρόνο, η προθεσμία προσβολής του εκάστοτε επιβληθέντος μέτρου θα έχει παρέλθει λίαν συντόμως (μετά πάροδο 60 ημερών), με αποτέλεσμα στις περισσότερες περιπτώσεις την απώλεια του δικαιώματος προσβολής του.

Όπως το ΕΔΔΑ έχει επαναλάβει, σε πάρα πολλές περιστάσεις, το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, προβλέπει την αναγκαιότητα πρόβλεψης σε εθνικό επίπεδο μιας προσφυγής για την εφαρμογή της ουσίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών της Σύμβασης, σε οποιαδήποτε μορφή αυτά προστατεύονται από την εθνική νομική τάξη. Η εφαρμογή του άνω άρθρου απαιτεί έτσι την πρόβλεψη μιας εθνικής προσφυγής που επιτρέπει στην αρμόδια εθνική αρχή να ασχοληθεί με ένα εύλογο αίτημα με βάση τη Σύμβαση και να χορηγήσει την κατάλληλη αποκατάσταση. Το εύρος των υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων Κρατών με βάση το άρθρο 13 διαφοροποιείται με βάση τη φύση της προσφυγής. Τα Κράτη διαθέτουν κάποια διακριτική ευχέρεια στον τρόπο με τον οποίο συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους με βάση αυτή τη διάταξη[19].

Όμως, η απαιτούμενη από το άρθρο 13 προσφυγή πρέπει να είναι αποτελεσματική στην πρακτική όσο και στο νόμο. Η προσφυγή δεν απαιτείται να απευθύνεται σε δικαστική αρχή. Σε κάθε όμως περίπτωση, η εξουσία και οι διαδικαστικές εγγυήσεις, τις οποίες διαθέτει, εξετάζονται για την κρίση περί της αποτελεσματικότητας της προσφυγής. Οταν μια τέτοια αρχή είναι μη δικαστική, το Δικαστήριο εξετάζει πάντα την ανεξαρτησία αυτής, και τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προσφέρει στους αιτούντες. Επίσης το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί μέσω του συνδυασμού προσφυγών που παρέχονται από το εθνικό δίκαιο[20].

10. Επίλογος

Από την ανωτέρω ανάπτυξη προκύπτει ότι το νομικό πλαίσιο επιβολής περιοριστικών της ελευθερίας μέτρων σε αιτούντες άσυλο είναι ατελές, ενώ οι διατάξεις του δεν έχουν τύχει ευρείας εφαρμογής, πλην της περίπτωσης της επιβολής περιορισμού κυκλοφορίας σε τμήμα της Ελληνικής Επικράτειας (γεωγραφικός περιορισμός στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου), με τα πολλαπλά ζητήματα νομιμότητας που αναπτύχθηκαν ανωτέρω. Επείγει προς το σκοπό αυτό, ενόψει και της παρόδου μακρού χρόνου από την λήξη της προθεσμίας προσαρμογής της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ, η επικαιροποίηση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, η οποία θα πρέπει να λαμβάνει όψη της όλες τις δικαιοκρατικές εγγυήσεις προστασίας του δικαιώματος ελευθερίας κυκλοφορίας και καθορισμού τόπου διαμονής των αιτούντων άσυλο.

 

Αθήνα, 15-1-2018

 

Ο Συντονιστής της Νομικής Υπηρεσίας

του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ (ΑΜ 19928 ΔΣΑ)

ΣΟΛΩΜΟΥ 25, ΑΘΗΝΑ 10683

ΤΗΛ. 2103800990



[1]             Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, Δελτίο Τύπου 26-10-2017, http://www.gcr.gr/index.php/en/news/press-releases-announcements/item/741-to-esp-katathetei-aitisi-akyrosis-tou-periorismoy-kykloforias-sta-nisia-tou-an-aigaiou

[2]   Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, Δελτίο Τύπου 8.1.2018, http://www.gcr.gr/index.php/en/news/press-releases-announcements/item/773-to-esp-kalei-ta-mme-se-synentefksi-typou-gia-tin-ypothesi-tou-toyrkou-stratiotikoy.

[3]   Δαγτόγλου Ατομικά Δικαιώματα 2012 σ. 2012, Ράϊκος Συνταγματικό Δίκαιο 2011 τομ. Β σ. 456-457, Χρυσόγονος Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα 2006 σ. 218, Κατρούγκαλος Ερμηνεία του Συντάγματος επιμ. Κασιμάτη – Μαυριά 2003 σ. 31 Σύνταγμα κατ΄ άρθρο ερμηνεία 2017 επιμ. Σπυρόπουλου, Κοντιάδη, Ανθόπουλου, Γεραπετρίτη σ. 119-122

[4]   Κατρούγκαλος ο.π. σ. 40

[5]    Δαγτόγλου ο.π. σ. 238, Ράϊκος ο.π. σ. 472, Χρυσόγονος ο.π. σ. 220

[6]   Χρυσόγονος ο.π. σ. 215, Κατρούγκαλος ο.π. σ. 40-42, Δαγτόγλου ο.π. σ. 240επ., Ράϊκος ο.π. σ. 460-461

[7]   Κατευθυντήρια Οδηγία 2 της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες 2012 σ. 13

[8]          Για τη σχετική διάκριση περιορισμού της ελευθερίας και στέρησης αυτή βλ. ως προς αυτό σχετικές αποφάσεις ΕΔΔΑ Engel and Others, § 59, Medvedyev and Others v. France νο. 3394/2003 § 73, ΕΔΔΑ μείζονα σύνθεση απόφαση της 15-3-2012 Austin and others v. United Kingdom 39692/2009 σ. 57,  ΕΔΔΑ Guzzardi v. Italy, απόφαση της 6-11-1980, σ. 33, 92 - 93, ΕΔΔΑ H.L. v. UK απόφαση της 5-10-2004 σ. 89, και την πρόσφατη ΕΔΔΑ μείζονα σύνθεση Khlaifia and others v. Italy της 15-12-2016 προσφ. Νο 16483/2012, σ. 64 -73

[9] ΕΔΔΑ Nada v. Switzerland σ. 164 και τις εκεί μνημονευόμενες αποφάσεις Maslov v. Austria no. 1638/03, § 68, ECHR 200, Üner v. the Netherlands no. 46410/99, § 54, Boujlifa v. France, 21-10-1997, § 42, Abdulaziz, Cabales and Balkandali v. the United Kingdom, 28-5-1985, § 67

[10] βλ. απόφαση ΕΔΔΑ μείζονα σύνθεση Nada v. Switzerland σ. 62 και 165

[11] αντί πολλών άλλων Nada v. Switzerland ο.π. σ. 181, Coster v. the United Kingdom no. 24876/94, § 104, 18-2001

[12] Nada v. Switzerland ο.π. σ. 182-183

[14]        ΔΕΕ Απόφαση της 30.5.2013 — C-534/11 ARSLAN σ. 53 http://curia.europa.eu/juris/liste.jsf?num=C-534/1

[15]        βλ. ΣτΕ 2417/2012, ΣτΕ 1201/2011 κ.α

[18]        βλ. ανωτ. υποσημ. 8.

[19] ΕΔΔΑ Jabari v. Turkey, no. 40035/98, § 48

[20] αντί πολλών άλλων βλ. ΕΔΔΑ μείζονα σύνθεση απόφαση της 13-12-2012 Souza de Ribeiro v. France  22689/2007

11 Jan

Με αφορμή την υπόθεση των οκτώ Τούρκων στρατιωτικών, που αναζήτησαν διεθνή προστασία από την ελληνική Πολιτεία, στον ένα εκ των οποίων έχει ήδη αναγνωριστεί η ιδιότητα του πρόσφυγα  από την αρμόδια Επιτροπή Προσφυγών, έχουν έρθει στο προσκήνιο σειρά νομικών ζητημάτων, που αφορούν τις εγγυήσεις της διεθνούς προστασίας στην Ελλάδα καθώς και τους δικαιοκρατικούς όρους της επιβολής μέτρου κράτησης σε αιτούντα άσυλο και δη ευρισκόμενο εν ελευθερία. Χαρακτηριστική περίπτωση, η πρόσφατη σύλληψη του ενός από τους οκτώ Τούρκους στρατιωτικούς εντός του κτηρίου της Υπηρεσίας Ασύλου, αμέσως μετά τη χορήγηση σε αυτόν Δελτίου Αιτήσαντος Διεθνή Προστασία και η εν συνεχεία έκδοση απόφασης κράτησης.[1]

Sample image

Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής ΒίαςEuropean Council on Refugees and ExilesEuropean Network on StatelessnessSeperated Children in Europe ProgrammeEuro-Mediterranean Human Rights Network

Contact

Newsletter