Παρατηρήσεις του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες επί του σχεδίου νομοθετικής πρωτοβουλίας με θέμα «Πολιτική συμμετοχή ομογενών και αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα και μακροχρόνια στην Ελλάδα».
Με την παρούσα θα θέλαμε να σας γνωστοποιήσουμε τις απόψεις μας και να υποβάλουμε συγκεκριμένες προτάσεις σχετικά με τα θέματα ελληνικής ιθαγένειας και τη διαδικασία πολιτογράφησης των αναγνωρισμένων πολιτικών προσφύγων, των υπαχθέντων στο καθεστώς επικουρικής προστασίας ή προστασίας για ανθρωπιστικούς λόγους και των αιτούντων άσυλο αλλοδαπών, καθώς και με τα δικαιώματα συμμετοχής στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης ορισμένων εκ των ανωτέρω κατηγοριών αλλοδαπών.
Κατ’ αρχήν υπογραμμίζουμε τη σπουδαιότητα του εν λόγω σχεδίου νόμου και τα θετικά σημεία του όσον αφορά στους αναγνωρισμένους πολιτικούς πρόσφυγες. Θεωρούμε ότι οι διατάξεις του εδαφίου δ΄ του υπό τροποποίηση άρθρου 5 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (Κ.Ε.Ι.), σύμφωνα με το οποίο για τους αναγνωρισμένους πολιτικούς πρόσφυγες αρκεί η προηγούμενη νόμιμη διαμονή αυτών στην Ελλάδα επί μια συνεχή τριετία, καθώς και του εδαφίου η΄ του υπό τροποποίηση άρθρου 6 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (Κ.Ε.Ι.), κατά το οποίο οι αναγνωρισμένοι πολιτικοί πρόσφυγες οφείλουν να καταβάλουν παράβολο ύψους 100€, ανταποκρίνονται σε μεγάλο βαθμό στο πνεύμα της Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης του 1951, «για το καθεστώς των προσφύγων» που έχει κυρωθεί στην Ελλάδα με το Ν.Δ. 3989/1959 (Φ.Ε.Κ. 201 Α΄ 26-9-1959) και ειδικότερα στις διατάξεις του άρθρου 34, το οποίο ορίζει ότι τα κράτη θα διευκολύνουν την αφομοίωση και πολιτογράφηση των προσφύγων, ότι θα προσπαθήσουν να επιταχύνουν τη διαδικασία πολιτογραφήσεως και να ελαττώσουν, όσο το δυνατόν, τα δημοσιονομικά βάρη της διαδικασίας.
Επίσης σημαντικότατο είναι το εδάφιο στ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 14, σύμφωνα με το οποίο οι αναγνωρισμένοι πολιτικοί πρόσφυγες, καθώς και οι υπαχθέντες στο καθεστώς επικουρικής προστασίας ή προστασίας για ανθρωπιστικούς λόγους και τα μέλη της οικογένειάς τους, εφόσον έχουν συμπληρώσει συνεχή πενταετή και νόμιμη διαμονή στη χώρα, έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης.
Περαιτέρω θα θέλαμε να επισημάνουμε τα εξής:
1.` Στις διατάξεις του εδαφίου β της παραγράφου 9 του άρθρου 1Α ορίζεται μεταξύ άλλων ότι: «Την Ελληνική ιθαγένεια αποκτά από τη γέννησή του, χωρίς να απαιτείται δήλωση και αίτηση των γονέων ή του ιδίου, όποιος γεννιέται σε ελληνικό έδαφος, εφόσον: δεν αποκτά αλλοδαπή ιθαγένεια με τη γέννησή του ούτε μπορεί να αποκτήσει τέτοια με σχετική δήλωση των γονέων του στις οικείες αλλοδαπές αρχές». Είναι βέβαιο ότι τα παιδιά των αναγνωρισμένων προσφύγων εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι αναγνωρισμένοι πολιτικοί πρόσφυγες δεν απολαμβάνουν της προστασίας της χώρας καταγωγής τους και δεν έχουν καμία απολύτως πρόσβαση στις αρμόδιες αρχές της χώρας τους. Ως εκ τούτου, εξ ορισμού ευρίσκονται σε αντικειμενική αδυναμία να δηλώσουν τα γεννηθέντα στην Ελλάδα τέκνα τους στις οικείες αλλοδαπές αρχές.
Κρίνουμε λοιπόν απαραίτητο το ανωτέρω εδάφιο β της παραγράφου 9 του άρθρου 1Α του προσχεδίου νόμου να συμπληρωθεί, έτσι ώστε να μνημονεύεται ρητά η κατηγορία των παιδιών των αναγνωρισμένων προσφύγων. Επίσης, με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του παιδιού σύμφωνα και με όσα ορίζονται στις σχετικές διατάξεις (άρθρο 7) του ν. 2101/1992 περί κυρώσεως της διεθνούς σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού, θεωρούμε σκόπιμη την ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως αυτής και για τους υπαχθέντες στο καθεστώς επικουρικής προστασίας.
2. Θα θέλαμε επίσης να επισημάνουμε ότι σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου για τον καθορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα, ένα πρόσωπο είναι πρόσφυγας πριν του αναγνωρισθεί επίσημα το καθεστώς του πρόσφυγα. Συνεπώς, η αναγνώριση έχει δηλωτικό και όχι δημιουργικό χαρακτήρα . Δεν γίνεται δηλαδή κανείς πρόσφυγας εξαιτίας της αναγνώρισης, αλλά αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας επειδή είναι.
Κατόπιν τούτου, είναι απαραίτητο στις περιπτώσεις των αναγνωρισμένων προσφύγων, των υπαχθέντων στο καθεστώς επικουρικής προστασίας ή προστασίας για ανθρωπιστικούς λόγους να λαμβάνεται υπόψη συνολικά η νόμιμη διαμονή τους στη χώρα μας, συμπεριλαμβανομένης και της προσωρινής διαμονής τους ως κατόχων δελτίου αιτήσαντος άσυλο αλλοδαπού. Επισημαίνουμε δε ότι στο εδάφιο στ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 14, ρητά ορίζεται ότι οι αναγνωρισμένοι πολιτικοί πρόσφυγες, οι υπαχθέντες στο καθεστώς επικουρικής προστασίας ή προστασίας για ανθρωπιστικούς λόγους και τα μέλη της οικογένειάς τους, έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης, εφόσον έχουν συμπληρώσει συνεχή πενταετή και νόμιμη διαμονή στη χώρα από την υποβολή του σχετικού αιτήματος, δηλ. είναι προφανές ότι θα λαμβάνεται υπόψη η ως άνω συνολική νόμιμη διαμονή τους.
Πιστεύουμε περαιτέρω ότι πρόσβαση στη διαδικασία πολιτογράφησης πρέπει να έχουν όλοι οι νόμιμα διαμένοντες στη χώρα μας αλλοδαποί, εφόσον βεβαίως πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, συμπεριλαμβανομένων και των αιτούντων άσυλο αλλοδαπών, οι οποίοι διαμένουν ήδη νόμιμα στην Ελλάδα επί σειρά ετών, (συχνά άνω των 8 ετών). Πιστεύουμε ότι δεν μπορεί να ισχύσει ο χαρακτηρισμός της παραμονής τους ως προσωρινής, όταν υπερβαίνει κατά πολύ τα επτά έτη με συνεχή ανανέωση του δελτίου τους ανά εξάμηνο. Διευκρινίζουμε ότι ζητούμε την πρόσβαση των εν λόγω αλλοδαπών στη διαδικασία πολιτογράφησης, εφόσον πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου και εννοούμε πάντοτε εκείνους τους αιτούντες άσυλο οι οποίοι διαμένουν ήδη στη χώρα μας για χρονικό διάστημα άνω των επτά ετών και σε καμία περίπτωση δεν συζητούμε για νεοεισερχόμενους αλλοδαπούς. Ζητούμε λοιπόν την κατάργηση της παραγράφου 7 του άρθρου 1Α του σχεδίου νόμου που ορίζει ότι «Δεν συνιστούν κατά την έννοια του παρόντος νόμου τίτλο νόμιμης διαμονής δελτία, βεβαιώσεις υποβολής δικαιολογητικών ή άλλα έγγραφα που τυχόν επιτρέπουν την προσωρινή και μόνον διαμονή του κατόχου τους μέχρι την κρίση αιτήματός του από την κατά περίπτωση αρμόδια διοικητική ή δικαστική αρχή ή την ολοκλήρωση εκκρεμούς διοικητικής διαδικασίας που τους αφορά».
3. Τέλος, θεωρούμε ότι η απαίτηση του άρθρου 1Α του νόμου για τη νόμιμη συνεχή πενταετή διαμονή και των δύο γονέων θέτει σε δυσμενέστερη θέση τα παιδιά που έχουν γονείς από νόμιμο γάμο, αλλά που ο ένας γονέας ευρίσκεται νόμιμα στη χώρα για χρονικό διάστημα μικρότερο των 5 ετών, σε σύγκριση με τα παιδιά μονογονεϊκών οικογενειών ή εκτός γάμου, όπου αρκεί η πενταετής διαμονή του ενός γονέα. Επίσης, συχνά ο μόνος γονέας στερείται εγγράφων που να αποδεικνύουν ότι πρόκειται για μονογονεϊκή οικογένεια, όπως ληξιαρχική πράξη θανάτου του ενός γονέα, δικαστική απόφαση περί διαζυγίου κλπ., ορισμένες δε φορές πρόκειται για ιδιαίτερα ευάλωτες περιπτώσεις διαστάσεως κατόπιν ενδοοικογενειακής βίας που πάλι στερούνται επισήμων εγγράφων.
Θεωρούμε λοιπόν σκόπιμο να τροποποιηθεί η διάταξη αυτή, έτσι ώστε σε κάθε περίπτωση, και με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, να αρκεί η νόμιμη συνεχής πενταετής διαμονή μόνον του ενός γονέα, όπως είχε ορισθεί στο αρχικό σχέδιο της νομοθετικής πρωτοβουλίας του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
Αγγελική Χρυσοχοίδου-Αργυροπούλου
