Προς ένα Κοινό (;) Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η υπόθεση Μ.S.S κατά Βελγίου και Ελλάδος
Σημείωμα μέλους της νομικής υπηρεσίας του ΕΣΠ στον ιστότοπο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης»
Η υπόθεση «M.S.S κατά Βελγίου και Ελλάδος» αφορά στην επιστροφή στην Ελλάδα ενός Αφγανού αιτούντος άσυλο, ο οποίος, αφού είχε εισέλθει στην Ελλάδα, κατάφερε να ταξιδέψει στο Βέλγιο και να υποβάλει το αίτημά του στις αρμόδιες αρχές. Εν συνεχεία, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ, οι βελγικές αρχές ζήτησαν και πέτυχαν την επιστροφή του M.S.S στην ελληνική επικράτεια, προκειμένου να εξεταστεί το αίτημα, καθώς η Ελλάδα είχε αποτελέσει το πρώτο σημείο εισόδου του στην ΕΕ.
Στην ελληνική έννομη τάξη, η σύλληψη, η έκδοση απόφασης απέλασης με κράτηση που συνοδεύεται και με λήψη αποτυπωμάτων είναι μια αυτοματοποιημένη διαδικασία για όποιον εισέρχεται στον ελληνικό χώρο «χωρίς χαρτιά», πρόσφυγα ή μη, με δεδομένη την έλλειψη εξειδικευμένων Κέντρων Πρώτης Υποδοχής αιτούντων άσυλο, στα οποία, εξειδικευμένο και επιστημονικά καταρτισμένο προσωπικό, θα ξεχωρίζει τους πρόσφυγες που δικαιούνται διεθνή προστασία. Με άλλα λόγια, ακόμα και οι ελάχιστοι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες στην Ελλάδα υπήρξαν κάποια στιγμή υπό απέλαση ή κρατούμενοι, λόγω των δομικών δυσλειτουργιών του ελληνικού συστήματος ασύλου ως προς την πρόσβαση στη διαδικασία, την ουσιαστική εξέταση των αιτημάτων και την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα.
Τις ανωτέρω, χρόνιες αδυναμίες του ελληνικού συστήματος ασύλου που έχουν πολλάκις επισημανθεί σε πλείστες Αναφορές διεθνών οργάνων και οργανισμών, θέλησε να αποφύγει ο M.S.S, υποβάλλοντας το αίτημά του για χορήγηση διεθνούς προστασίας ενώπιον των βελγικών αρχών. Όταν οι βελγικές αρχές πληροφορήθηκαν μέσω του EURODAC ότι ο αιτών άσυλο M.S.S είχε συλληφθεί προηγουμένως σε ελληνικό έδαφος, αποφάσισαν να μην αναλάβουν την εξέταση της υπόθεσής του, αλλά να υλοποιήσουν την «επιστροφή» του στην πρώτη χώρα εισόδου, δηλ. την Ελλάδα.
Το ανωτέρω σύστημα για τον καθορισμό αρμοδιότητας εξέτασης αιτήματος ασύλου στην ΕΕ ορίζει ρητά ότι η πρώτη χώρα εισόδου του αιτούντος άσυλο αλλοδαπού είναι και αρμόδια να εξετάσει το αίτημά του. Η πολιτική αυτή βασίζεται στην αντίληψη ότι όλοι οι πόροι της ΕΕ για τους αιτούντες άσυλο είναι ουσιαστικά ισοδύναμοι. Η αντίληψη αυτή είναι, δυστυχώς, λανθασμένη. Στην πράξη και με δεδομένο ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ‘90 οι μεταναστευτικές ροές κινούνται προς τις μεσογειακές χώρες, το σύστημα έχει δώσει στις πλουσιότερες χώρες της ΕΕ, ένα μηχανισμό για μετακύλιση των αιτούντων άσυλο στις φτωχότερες χώρες, με αποτέλεσμα την εγκατάλειψή τους σε απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης.
Οι ελλείψεις του ελληνικού συστήματος, ειδικότερα, δεν είναι μυστικό. Η αβελτηρία των αρχών στην εξέταση αιτημάτων προσφύγων που εκκρεμούν ήδη από το 2000, η έλλειψη ουσιαστικής μεταναστευτικής πολιτικής, αλλά και η αμφιλεγόμενη νομιμοποίηση του ν. 3386/2005 μέσω μετατροπής των αιτούντων άσυλο σε κατόχους άδειας παραμονής που έδωσε κίνητρο σε πολλές κατηγορίες αλλοδαπών να αναζητήσουν τακτοποίηση της παραμονής τους μέσω της νομοθεσίας του ασύλου, οδήγησε στο αποτέλεσμα να εκκρεμούν περίπου 47.000 περιπτώσεις σε β’ βαθμό. Το σύστημα παροχής νομικής αρωγής δε λειτουργεί και στους αιτούντες άσυλο επιφυλάσσονται συχνά απάνθρωπες συνθήκες κράτησης.
Με δεδομένη την ανωτέρω κατάσταση, o M.S.S ζήτησε από το Βέλγιο να εξετάσει το αίτημα ασύλου του και να τον αναγνωρίσει ως πρόσφυγα. Το Βέλγιο αρνήθηκε και τον έστειλε πίσω στην Ελλάδα. Στην Αθήνα, συνελήφθη αμέσως στο αεροδρόμιο και κρατήθηκε στο στενό χώρο ενός κελιού με 20 άλλους κρατουμένους, χωρίς φως και με πρόσβαση στις τουαλέτες μόνο κατά τη διακριτική ευχέρεια των φρουρών. Μετά από τρεις ημέρες αφέθηκε ελεύθερος, χωρίς πρόβλεψη για τη στέγασή του, την κοινωνική ή ιατρική περίθαλψη ή οποιαδήποτε άλλη υποστήριξη ή μέσα διαβίωσης. Απλώς ενημερώθηκε ότι, για την εξέταση του αιτήματος ασύλου του, θα πρέπει να αναφέρει στην αστυνομία μια διεύθυνση διαμονής. Αλλά, χωρίς μέσα για να ζήσει, κοιμόταν σε ένα πάρκο στο κέντρο της Αθήνας μαζί με άλλους Αφγανούς αιτούντες άσυλο.
Οι αιτιάσεις του κατά της Ελλάδας αφορούσαν στη μεταχείρισή του, τόσο κατά τη διάρκεια της κράτησής του όσο και μετά την αποφυλάκισή του, καθώς και στον κίνδυνο να απελαθεί στο Αφγανιστάν χωρίς να ληφθούν δεόντως υπ’ όψιν οι ισχυρισμοί του για την αναγνώριση προσφυγικής ιδιότητας. Στην καταγγελία κατά του Βελγίου υποστήριξε ότι, με την επιστροφή του στην Ελλάδα, οι βελγικές αρχές τον εξέθεσαν σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση και επίσης ότι η διαδικασία που ακολούθησε το Βέλγιο, δεν του παρείχε μέσο άμυνας.
Καθώς για την υπόθεση είχε ήδη επιληφθεί το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΑΔ, μια σειρά από κράτη-μέλη έκαναν παρέμβαση ενώπιον του ΕΔΑΔ για την υποστήριξη του Βελγίου και της Ελλάδας, προκειμένου να αποδείξουν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και η προστασία των προσφύγων είναι ίδια σε όλη την Ένωση, παρά τις αναφορές από διάφορες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων για άθλιες συνθήκες κράτησης και αθέμιτες διαδικασίες εξέτασης ασύλου.
Τελικά το ΕΔΑΔ εξέδωσε την απόφαση-ορόσημο υπέρ του M.S.S, που αποτελεί σημαντική ενίσχυση της προστασίας των προσφύγων στην Ευρώπη. Έκρινε ότι οι συνθήκες στις οποίες ο M.S.S υποβλήθηκε, κατά την αρχική κράτησή του καθώς και η επακόλουθη έλλειψη αρωγής για τη διαβίωση, την ιατρική φροντίδα και υποστήριξη, συνιστούν απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση. Υπογράμμισε ότι οι αιτούντες άσυλο είναι μια ιδιαίτερα μειονεκτική και ευάλωτη ομάδα του πληθυσμού, η οποία χρήζει ειδικής προστασίας από τις Αρχές.
Όσον αφορά στο Βέλγιο, το τμήμα μείζονος συνθέσεως του ΕΔΑΔ έκρινε ότι ένα κράτος έχει πάντα την ευθύνη να ελέγξει τις συνθήκες, τη μεταχείριση και τις νομικές εγγυήσεις που υφίστανται κατά τη μεταφορά ενός αιτούντα άσυλο από ένα Κράτος ΕΕ σε έτερο. Δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αυτομάτως ότι οι ελάχιστες εγγυήσεις προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα πρέπει να γίνονται δεκτές σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ.
Το δικαστήριο έκρινε ότι το Βέλγιο ήταν επίσης υπεύθυνο για την κακομεταχείριση στην οποία ο M.S.S υποβλήθηκε στην Ελλάδα και ότι δεν είχε στη διάθεσή του ένα αποτελεσματικό μέσο για να την αμφισβητήσει τη μεταφορά του. Οι κυβερνήσεις και τα εθνικά δικαστήρια θα πρέπει να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις εκθέσεις και τις αιτιολογημένες γνώμες για την κατάσταση ανθρώπινων δικαιωμάτων από διεθνείς οργανώσεις. Κατ’ επέκταση, κατά την εφαρμογή της διαδικασίας επιστροφών αιτούντων άσυλο βάσει Δουβλίνου ΙΙ, θα πρέπει να εξασφαλίζεται από τα κράτη μέλη ότι δεν πρόκειται να παραβιαστεί το άρ. 3 της ΕΣΔΑ ή η αρχή της έμμεσης επαναπροώθησης (non refoulement). Στο μέτρο που δεν τεκμαίρεται ότι όλα τα κράτη μέλη είναι σε θέση να εφαρμόσουν την ευρωπαϊκή και διεθνή νομοθεσία για την προστασία των προσφύγων, οι επιστροφές Δουβλίνου δύνανται να «παγώνουν».
Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, η ανωτέρω Απόφαση θα σταματήσει όλες τις μεταφορές στην Ελλάδα από άλλα μέλη της ΕΕ, γεγονός που ενδεχομένως να αυξήσει τις μεταναστευτικές ροές από το Ιόνιο προς την Ιταλία και το χώρο Σένγκεν. Θα τεθεί το ερώτημα αν τα Κράτη-Μέλη, στα πλαίσιο της ρήτρας κυριαρχίας του Κανονισμού Δουβλίνου ΙΙ, πέρα από το πάγωμα των επιστροφών, θα ενεργοποιήσουν τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματος ασύλου στο έδαφος τους, όπου έχει καταφύγει ο πρόσφυγας. Με παρόμοιες υποθέσεις που εκκρεμούν για τις μεταφορές αιτούντων άσυλο στην Ιταλία και τη Μάλτα και ενώ ήδη εκκρεμεί από το 2008 για μερική μεταρρύθμιση του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ, μπορεί κανείς να ελπίζει αυτή είναι η αρχή για ένα πιο εξανθρωπισμένο καθεστώς χορήγησης και εξέτασης των αιτημάτων ασύλου στην ΕΕ.
Bασίλης Κερασιώτης
Δικηγόρος, Μέλος Νομικής Υπηρεσίας Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες, ΜΔΕ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Πανεπιστημίου Πειραιά
Δείτε περισσότερα στο: http://www.constitutionalism.gr/html/ent/886/ent.1886.asp
