Μαρτυρία - “Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα...”

09/01/2012

 Διδάσκοντας Ελληνικά σε ένα σχολείο για πρόσφυγες.

***

 Δίδαξα ελληνική γλώσσα στην «Πυξίδα», το Διαπολιτισμικό Κέντρο Προώθησης Της Ένταξης  Προσφύγων Και Αιτούντων Άσυλο του ΕΣΠ ως εθελόντρια επί τρεις συνεχείς χρονιές. 

Η Πυξίδα είναι το εργαλείο των κοινωνικών υπηρεσιών του  ΕΣΠ για την ευόδωση του στόχου της καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης των προσφύγων,  διευκολύνοντας την ένταξή τους στην Ελληνική κοινωνία. Όπως δείχνει και το όνομά της, καθοδηγεί και βοηθά τους αιτούντες άσυλο και τους πρόσφυγες στις προσπάθειές τους να προσαρμοστούν και να ενταχθούν στην Ελλάδα, αξιοποιώντας την ενεργή συμμετοχή τους στην διαδικασία αυτή .

Σκοπός λοιπόν της ΠΥΞΙΔΑΣ είναι η αποτελεσματική ένταξη και η ενεργή συμμετοχή των προσφύγων στον ελληνικό τους περίγυρο, εξοικειώνοντάς τους με τις συνήθειες και τα έθιμα της Ελλάδας και παρέχοντάς τους γνώσεις και δεξιότητες διατηρώντας παράλληλα το σεβασμό στην πολιτισμική τους κληρονομιά.  Στην διαδικασία αυτή, τον πρώτο λόγο έχει, όπως είναι φυσικό η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας.

Τα μαθήματα πραγματοποιούνται από εθελοντές, απευθύνονται σε ενήλικες και παιδιά και σκοπό έχουν να τους δώσουν το βασικό εφόδιο της γλώσσας, έτσι ώστε να τους διευκολύνουν στην καθημερινή τους επικοινωνία καθώς και στην εξεύρεση εργασίας. Τα μαθήματα αυτά είναι το βασικότερο βήμα προς την ένταξη αφού βοηθούν τους πρόσφυγες να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με το περιβάλλον τους.

Η ομάδα με την οποία εργάστηκα αποτελούταν από ενήλικες, οι οποίοι είχαν ήδη μια μέτρια γνώση της ελληνικής γλώσσας και ενδιαφέρονταν να την επεκτείνουν, με τελικό στόχο την απόκτηση του κρατικού πιστοποιητικού γλωσσομάθειας που χορηγεί το Υπουργείο Παιδείας, Δια βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων μετά από τις ανάλογες εξετάσεις. Για να φτάσουμε στο σχετικό επίπεδο, μας χρειάστηκαν τρεις ακαδημαϊκές χρονιές, με δύο δίωρα διδασκαλίας κάθε εβδομάδα.

Το τμήμα ήταν μικρό. Ξεκινούσε με περίπου 10- 15 άτομα στην αρχή κάθε χρονιάς. Μέχρι τη μέση της σχολικής χρονιάς και μετά τις αναπόφευκτες διαρροές έμεναν περίπου οι μισοί. Όμως καταφέραμε να διατηρήσουμε ένα σταθερό πυρήνα 3-4 ατόμων από την πρώτη ως την τελευταία χρονιά.  Από αυτούς, οι δύο πέρασαν τις εξετάσεις για το Β επίπεδο και ο ένας για το Γ.

Μια τάξη με τα χαρακτηριστικά που προανέφερα είναι προφανές ότι έχει πολλές ιδιομορφίες.  Από τις ιδιομορφίες αυτές πηγάζει και το εξαιρετικό ενδιαφέρον της όλης εμπειρίας, πηγάζουν όμως και αρκετές δυσκολίες.

Κατ’ αρχήν ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έμπαινα σε σχολική τάξη ως δασκάλα κι όχι ως μαθήτρια. Παρά τον ενθουσιασμό μου, πολύ σύντομα συνειδητοποίησα ότι όποιος μιλά ελληνικά ως μητρική γλώσσα δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι μπορεί και να τα διδάξει. Δεν είμαι εκπαιδευτικός, χρειάστηκε επομένως αρκετή προετοιμασία και διάβασμα εκ μέρους μου. Ευτυχώς βρήκα πρόθυμη βοήθεια από παλαιότερους εθελοντές, καθώς και άφθονο υλικό σχετικά με τις εξετάσεις της γλωσσομάθειας από την διαδικτυακή πύλη για την ελληνική γλώσσα.

Λόγω της ιδιαιτερότητας στις ανάγκες, τα ωράρια, τις ηλικίες και τα μορφωτικά επίπεδα, η κατανομή των μαθητών στα τμήματα δεν ήταν δυνατόν να γίνεται με το συμβατικό τρόπο. Οι μαθητές προέρχονταν από διαφορετικές κουλτούρες, γλώσσες, επίπεδο γνώσης τόσο των ελληνικών όσο και της μητρικής τους γλώσσας κι επομένως το μάθημα έπρεπε να γίνεται με έναν τρόπο πιο εξατομικευμένο απ’ ότι συνήθως μέσα σε μια σχολική τάξη. Υπήρξαν άτομα που για θρησκευτικούς, εθνοτικούς ή άλλους αντικειμενικούς λόγους δεν είχαν παρακολουθήσει ποτέ τους σχολείο. Επομένως η πρώτη γλώσσα που έμαθαν να γράφουν ήταν τα ελληνικά, ενώ γνώριζαν προφορικά τη μητρική τους και συνήθως κάποια ακόμα, που ήταν η επίσημη της χώρας που ζούσαν.   Άλλοι, ενώ μιλούσαν με ευχέρεια ελληνικά δεν γνώριζαν να γράφουν ούτε στοιχειωδώς.  Έχει συμβεί στην ίδια διδακτική ώρα να διδάσκω κάποιο προχωρημένο γραμματικό φαινόμενο στους υπόλοιπους, ενώ παράλληλα να βοηθώ κάποιον μαθητή με το ελληνικό αλφάβητο, ο οποίος όμως μιλούσε εξαιρετικά ελληνικά κι επομένως θα τον αδικούσαμε αν τον στέλναμε σε μια τάξη κατώτερου επιπέδου.

 Άλλοι είχαν δεχθεί μόνο στοιχειώδη εκπαίδευση στη χώρα τους, άρα η δυσκολία τους ήταν μεγαλύτερη από εκείνους που είχαν μια καλύτερη αίσθηση για τη δομή και τους κανόνες μιας γλώσσας. Αυτοί συνυπήρχαν με άτομα που γνώριζαν μέχρι και πέντε διαφορετικές γλώσσες, που είχαν πάει στο πανεπιστήμιο ή που ήταν στην Ελλάδα για πολλά χρόνια. Επρόκειτο δηλαδή για μια τάξη πολλαπλών ταχυτήτων.

   Μια γλώσσα συνήθως είναι η είσοδος σε μια νέα κουλτούρα, ένα καινούριο πολιτισμό, μια νέα νοοτροπία. Θα πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι οι πρόσφυγες είναι άνθρωποι που πολύ πιθανόν να έχουν δεχθεί ισχυρά τραύματα, να έχουν βιώσει φόβο και απειλή και ως εκ τούτου εύλογα παρουσιάζουν μια επιφυλακτικότητα, η οποία μερικές φορές τους αναστέλλει από το να παραμείνουν δεκτικοί στα νέα δεδομένα.

Από την άλλη μεριά, οι μαθητές με τους οποίους εργάστηκα, είχαν πλήρη επίγνωση ότι το εργαλείο που λέγεται ελληνική γλώσσα τους ήταν απόλυτα απαραίτητο, προκειμένου να ενταχθούν στην κοινωνία την οποία επέλεξαν για να κτίσουν τη νέα τους ζωή.  Και πολλοί από αυτούς ήταν προικισμένοι με μια τεράστια εγγενή περιέργεια που δρούσε καταλυτικά κι επιτάχυνε την πρόοδό τους.  Πολλά επομένως εξαρτώνται και από την προσωπικότητα, τα βιώματα και την ευχέρεια για μάθηση του κάθε μαθητή.

Συνάντησα μαθητή ο οποίος συνήθιζε να χώνεται σε εκκλησίες όπου γίνονταν γάμοι ή βαφτίσια,  επειδή τον ενδιέφερε να γνωρίσει τα ελληνικά  έθιμα.  Μια άλλη μαθήτρια, η οποία κρατούσε με σχολαστική επιμέλεια σημειώσεις όταν προέκυπτε στο μάθημα κάποιος ιδιωματισμός της νεανικής αργκώ, επειδή δούλευε σε καφετέρια, συναναστρεφόταν με Έλληνες και όντας πολύ νέα στην ηλικία, την ενδιέφερε πρωτίστως να μπορεί να μιλά όπως εκείνοι.  Στον αντίποδα, είχα όμως και μαθητή ο οποίος κατάγονταν από κράτος της Δυτικής Αφρικής, διαβόητο για τα παιδιά-στρατιώτες και ο οποίος εκούσια είχε εντελώς αποκοπεί από την εθνική του κουλτούρα, σαν να προσπαθούσε να διαγράψει από το μυαλό του κάποιες αρνητικές μνήμες.  Παράλληλα όμως ένα περίεργο αίσθημα αφοσίωσης, ίσως και ενοχής, δεν του επέτρεπε να παραμείνει δεκτικός και ανοικτός στα νέα δεδομένα.  Όπως μπορείτε να φανταστείτε, ο μαθητής αυτός εγκατέλειψε πολύ γρήγορα.

Σε γενικές γραμμές πάντως, οι πολιτισμικές ανταλλαγές ήταν πολλές και γίνονταν με προθυμία. Οι στιγμές όπου με αφορμή κάποιο μάθημα τα παιδιά καλούνταν να αφηγηθούν ή να περιγράψουν στοιχεία σχετικά με τη χώρα καταγωγής τους ήταν οι πιο ευχάριστες και δημιουργικές στιγμές στην τάξη.  Π.χ. συνήθιζα να διδάσκω την προστακτική χρησιμοποιώντας ως υπόδειγμα τις συνταγές της μαγειρικής (βράσε το νερό, ρίξε τα μακαρόνια κλπ). Σας βεβαιώ ότι τόσο η συμμετοχή όσο και η συνέπεια στην εκτέλεση των εργασιών στο σπίτι άγγιζε το ρεκόρ του 100%.

Όλα τα παραπάνω όμως, αφορούν κυρίως στο τεχνικό κομμάτι διδασκαλίας.  Για ένα εξίσου σημαντικό κομμάτι που αναφέρεται στη δόμηση της σχέσης ανάμεσα στον διδάσκοντα και τον διδασκόμενο, δεν υπάρχει καμιά βοήθεια για τον εθελοντή δάσκαλο. Επαφίεται κανείς στην αντίληψη, στη διάθεση και στην καλύτερη περίπτωση σ’ ένα κάποιο ταλέντο.  Η σχέση αυτή  βασίζεται στην αμοιβαία αποδοχή και εκτίμηση. Είναι επομένως απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης προκειμένου να επιτευχθεί η πραγματική συμμετοχή και η ελευθερία  της έκφρασης.

Από την άποψη αυτή, το δυσκολότερο πράγμα που χρειάστηκε να επεξεργαστώ, ως προς αυτό το κομμάτι, ήταν η συναίσθηση ότι πρέπει να παραμερίζω τις προκαταλήψεις μου, έχοντας στο μυαλό μου ότι δεν είμαι εκεί για να κρίνω αλλά για να κατανοώ. Συνέβη να συζητήσω με μαθητές από Αφρικανικά κράτη για έθιμα που αφορούν τον ακρωτηριασμό γυναικών, και παρά τα προσωπικά μου αισθήματα, χρειάστηκε να είμαι πολύ προσεκτική, ώστε να μη διαταραχθεί η σχέση εμπιστοσύνης που είχε δομηθεί μεταξύ μας. 

Όμως η μεγαλύτερη αντικειμενική δυσκολία είχε να κάνει κυρίως με το ότι όλοι ανεξαιρέτως οι μαθητές ήταν σκληρά εργαζόμενοι. Πολλοί από αυτούς ερχόντουσαν στο μάθημα κατάκοποι, μετά από δυο – πολλές φορές – οκτάωρα, έτοιμοι παρ’ όλα αυτά να εργαστούν σκληρά για άλλο ένα δίωρο.  Πέρα από αυτό, πρόθυμα διέθεταν σαββατοκύριακα ή μέρες αργίας για να πραγματοποιήσουμε επισκέψεις σε μουσεία, σε αρχαιολογικούς χώρους κλπ. Οι δυσκολίες αυτές υπερπηδήθηκαν χάρη στη διάθεση και στην επιμέλεια των παιδιών και στο εξαιρετικό κλίμα που αναπτύχθηκε μέσα στην τάξη. Κυρίως όμως, νομίζω, ο παράγοντας που ορίζει τόσο την προσπάθεια και την αφοσίωση, όσο και το τελικό αποτέλεσμα είναι η απόλυτη επίγνωση όχι μόνον εκ μέρους των μαθητών αλλά και εκ μέρους του δασκάλου, ότι ο κοινός στόχος όλων είναι η αποτελεσματική ένταξη.

Ανάμεσα στα μαθήματα, συμπεριλαμβάνονταν και κάποια στοιχεία Ελληνικής ιστορίας. Κάποτε, σε μια τέτοια περίπτωση, ξεκίνησε μια συζήτηση για το Μέγα Αλέξανδρο. Μια μαθήτρια από το Ιράν, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της για την καταστροφή της Περσέπολης, κι εγώ αστειευόμενη της εξήγησα ότι επρόκειτο για αντίποινα για την καταστροφή του παλαιού Παρθενώνα και των Αθηνών από τους Πέρσες.  Η κουβέντα άναψε, άρχισαν να παρεμβαίνουν κι άλλοι μαθητές οι οποίοι είχαν κι αυτοί ανάλογα παράπονα, οπότε σε κάποια στιγμή που τα πνεύματα είχαν αρχίσει να οξύνονται λιγάκι παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται για να γίνει ένα ενδιαφέρον μάθημα, πετάχτηκε ένας μαθητής από το Αφγανιστάν και είπε: «Δε βαριέστε κυρία, περασμένα – ξεχασμένα».  Ο ίδιος αυτός μαθητής, απαντώντας στην ερώτηση που συνήθιζα να τους κάνω στην αρχή της χρονιάς σχετικά με το λόγο για τον οποίο θέλουν να μάθουν ελληνικά, μου είχε δώσει μια εξαιρετικά πρωτότυπη απάντηση:  μου είχε πει ότι ο στόχος του ήταν να μπορεί να αστειεύεται με τους καινούριους του φίλους.  Είναι προφανές – μετά το πετυχημένο σχόλιό του – πως πέτυχε το σκοπό του, και μαζί μ’ αυτόν νιώθω πως τον πετύχαμε κι όλοι εμείς, στην Πυξίδα.

  

Έφη Μπάσδρα, Νομικός, Εθελόντρια Καθηγήτρια Ελληνικών στο Διαπολιτισμικό Κέντρο, «Πυξίδα» του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες

«Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα: Διδάσκοντας ελληνικά σ’ ένα σχολείο για πρόσφυγες»