PICUM and the Greek Council for Refugees Joint Submission to the Draft general comment No. 1 on places of deprivation of liberty (article 4) of the Subcommittee on Prevention of Torture and Other Cruel, Inhuman or Degrading Treatment or Punishment.
 
Read the Joint Submission here

Διαβάστε το newsletter Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2023 του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες εδώ

Ο Λευτέρης Παπαγιαννάκης εξηγεί όσα δεν μας λέει κανείς.

Λέξεις: Λευτέρης Παπαγιαννάκης

Με αφορμή μια τροπολογία σε ψήφισμα σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές του Προϋπολογισμού της ΕΕ 2024 της Επιτροπής Προϋπολογισμών (BUDG) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ξέσπασε μια, ομολογουμένως, έντονη και φορτισμένη πολιτική αντιπαράθεση για τον φράχτη στον Έβρο.

Αν και το θέμα είναι απολύτως επίκαιρο, τα στοιχεία όπως παρουσιάζονται στη δημόσια συζήτηση δεν είναι ακριβή και εξηγούμαι:

1. Η ΕΕ δεν χρηματοδοτεί φράχτες αφού σύμφωνα με την Επιτροπή είναι αναποτελεσματικό μέσο για την διαχείριση των συνόρων

2. Την εν λόγω τροπολογία κατέθεσαν 4 πολιτικές ομάδες (Ευρωσοσιαλιστές, Πράσινοι, Renew, Αριστερά) και όχι μόνο ο Δ. Παπαδημούλης. Η τροπολογία επί της ουσίας ζητά από την Επιτροπή να τηρήσει την δέσμευση της ΕΕ για μη χρηματοδότηση φραχτών στο πλαίσιο του προϋπολογισμού της. Δεν ζητάει δηλαδή τίποτα παραπάνω από το να τηρηθούν αυτά που ισχύουν.

3. Την τροπολογία ψήφισαν και 11 μέλη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), όπου ανήκει και η Νέα Δημοκρατία.

Παρόλα αυτά έχει σημασία να δούμε πολιτικά το ζήτημα που προέκυψε. Με την ψήφιση της τροπολογίας αυτή η BUDG ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συνεχίσει να αρνείται την χρηματοδότηση φραχτών και τοίχων αφού, όπως αναφέρει στην τροπολογία, ανησυχεί για την ερμηνεία των συμπερασμάτων της Συνόδου Κορυφής της 9/2/2023.

Να θυμίσουμε ότι στα συμπεράσματα καλούνταν η Ευρωπαική Επιτροπή “να κινητοποιήσει αμέσως σημαντικά ενωσιακά κονδύλια και μέσα για τη στήριξη των κρατών μελών στην ενίσχυση των ικανοτήτων και των υποδομών προστασίας των συνόρων, των μέσων επιτήρησης, συμπεριλαμβανομένης της εναέριας επιτήρησης, και του εξοπλισμού. Εν προκειμένω, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί την Επιτροπή να οριστικοποιήσει γρήγορα την ευρωπαϊκή στρατηγική για την ολοκληρωμένη διαχείριση των συνόρων·” 

Πολλά Κράτη Μέλη ερμηνεύουν αυτή την παράγραφο ως αποδοχή της χρηματοδότησης φραχτών και τοίχων που η Επιτροπή έχει διαψεύσει εκ νέου. Βέβαια υπάρχει μια υποκρισία εδώ αφού ουσιαστικά η Σύνοδος Κορυφής ζητά την χρηματοδότηση πολλών άλλων μέσων διαχείρισης συνόρων, ώστε οι εθνικοί πόροι να χρησιμοποιηθούν για φράχτες.

Ας μου επιτραπεί και μια ακόμα παρατήρηση. Ο Δ. Παπαδημούλης παρουσιάζει την υιοθέτηση της τροπολογίας ως χαστούκι για την κυβέρνηση και η κυβέρνηση με την σειρά της κατηγορεί τον ευρωβουλευτή για μπλοκάρισμα ευρωπαϊκής χρηματοδότησης και επιστροφή στη λογική των “ανοιχτών συνόρων”. Ούτε το ένα είναι είναι σωστό ούτε το άλλο. Το σημαντικό πολιτικό συμπέρασμα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι μέλη του ΕΛΚ επιβεβαίωσαν μέσω του ψηφίσματος αυτού ότι ο προϋπολογισμός της ΕΕ δεν πρέπει να χρηματοδοτεί φράχτες.

*O Λευτέρης Παπαγιαννάκης είναι Διευθυντής του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες. .

Πηγή: https://parallaximag.gr/parallax-view/ti-pragmatika-symvainei-me-to-frachti-toy-evroy

In the context of transparency, accountability and the basic principles governing the operation of GCR, we publish detailed data on the economic activity of the organization for the last year (2021).

See the Balance Sheet for the year 2021 here

See the Annual Programmes - Financial Report for the year 2020 here

 

ΕΣΠ-ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΌ ΚΕΝΤΡΟ ΠΥΞΙΔΑ EASTER CAMP 2023 με την υποστήριξη του Alta Mane Fondation - Geneva και του Greek America Corps

Βρείτε το πρόγραμμα εδώ

Athens, 28 March 2023: On 17 March, the Greek Council for Refugees (GCR) and the Hellenic League for Human Rights (HLHR) sent a joint letter to the UN High Commissioner for Human Rights, the UN Special Rapporteur on the situation of human rights defenders, the UN Special Rapporteur on the rights of migrants, the Commissioner for Human Rights of the Council of Europe and the European Commissioner for Migration and Home Affairs.

In their letter, the organisations highlight the long-standing nature of reported pushbacks incidents at the country's borders. Yet they stress that in recent years there has been a paradigm shift vis-à-vis the management of refugee and migrant arrivals, which has led to an exponential increase in the number of relevant complaints.

Το Δικαστήριο διατυπώνει προδικαστικά ερωτήματα προς το ΔΕΕ σε σχέση με την επιρροή επί της νομιμότητας του ανωτέρω εθνικού καταλόγου που ασκεί το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα (που στην συγκεκριμένη περίπτωση υπερβαίνει τους είκοσι μήνες) η Τουρκία αρνείται την επανεισδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία και δεν προκύπτει ότι ερευνήθηκε το ενδεχόμενο να μεταβληθεί η στάση της χώρας αυτής στο προσεχές μέλλον.


ΣτΕ Ολομ. 177/2023
Πρόεδρος: Δ. Σκαλτσούνης, Πρόεδρος ΣτΕ
Εισηγητής: Η. Μάζος, Σύμβουλος Επικρατείας
 
 
Προσβάλλεται εθνικός κατάλογος στον οποίο περιλαμβάνεται η Τουρκία ως ασφαλής τρίτη χώρα για ορισμένες κατηγορίες αιτούντων διεθνή προστασία, με συνέπεια οι αιτήσεις αυτών να απορρίπτονται κατ’ αρχήν ως απαράδεκτες. Το Δικαστήριο διατυπώνει προδικαστικά ερωτήματα προς το ΔΕΕ σε σχέση με την επιρροή επί της νομιμότητας του ανωτέρω εθνικού καταλόγου που ασκεί το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα (που στην συγκεκριμένη περίπτωση υπερβαίνει τους είκοσι μήνες) η Τουρκία αρνείται την επανεισδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία και δεν προκύπτει ότι ερευνήθηκε το ενδεχόμενο να μεταβληθεί η στάση της χώρας αυτής στο προσεχές μέλλον
 
 
Το ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 38 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ) επιτρέπει την απόκλιση από τον κανόνα της κατ’ αρχήν εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας επί της ουσίας, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση των ασφαλών τρίτων χωρών, όταν δηλαδή ο αιτών, ως εκ της επαρκούς σύνδεσής του με τρίτη χώρα, όπως ορίζεται από την εθνική νομοθεσία, αναμένεται ευλόγως να αναζητήσει προστασία στην τρίτη αυτή χώρα και υφίστανται λόγοι για να θεωρηθεί ότι ο αιτών θα τύχει εισδοχής ή επανεισδοχής στην εν λόγω χώρα. 
Το εθνικό δίκαιο (άρθρο 86 ν. 4636/2019) υιοθέτησε την έννοια της ασφαλούς τρίτης χώρας και προέβλεψε, εκτός από την εφαρμογή της σε ατομικές περιπτώσεις αιτούντων διεθνή προστασία, την κατάρτιση εθνικού καταλόγου ασφαλών τρίτων χωρών στον οποίο περιλαμβάνονται οι χώρες που χαρακτηρίζονται ως γενικά ασφαλείς για ορισμένες κατηγορίες αιτούντων. Όταν μία τρίτη χώρα έχει χαρακτηρισθεί ως γενικά ασφαλής, ο αιτών διεθνή προστασία φέρει το βάρος της προβολής και της απόδειξης των ισχυρισμών ότι η εν λόγω χώρα δεν είναι ασφαλής για την περίπτωσή του, ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών υπό τις οποίες τελεί. 
Προσβάλλεται κοινή υπουργική απόφαση (42799/3.6.2021) του Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών και του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, με την οποία καταρτίσθηκε εθνικός κατάλογος ασφαλών τρίτων χωρών που περιλαμβάνει την Τουρκία ως ασφαλή τρίτη χώρα για ορισμένες κατηγορίες αιτούντων διεθνή προστασία. Μετά την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως εκδόθηκε  νεότερη κοινή υπουργική απόφαση 458568/15.12.2021 των ιδίων Υπουργών, με την οποία, κατόπιν «επανεξέτασης και επικαιροποίησης» των στοιχείων στα οποία είχε στηριχθεί η αρχική πράξη, χαρακτηρίσθηκε εκ νέου η Τουρκία ως ασφαλής τρίτη χώρα για τις ίδιες κατηγορίες αιτούντων διεθνή προστασία. 
 
Η πράξη χαρακτηρισμού τρίτης χώρας ως ασφαλούς έχει κανονιστικό χαρακτήρα. 
 
Κρίνεται ότι τόσο το πρώτο αιτούν σωματείο όσο και η δεύτερη αιτούσα αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία νομιμοποιούνται στην άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως. Ειδικώς, η αιτούσα εταιρεία νομιμοποιείται στην άσκηση της αιτήσεως κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, εφόσον πάντως εφαρμόσθηκε το προϊσχύσαν δίκαιο (Εμπορικός Νόμος) –χωρίς η σχετική ευθύνη να βαρύνει αποκλειστικά την ίδια- από τα κατά το δίκαιο αυτό αρμόδια κρατικά όργανα ως προς τις προϋποθέσεις απόκτησης νομικής προσωπικότητας από αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία (και όχι το ισχύον περί καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ.).    
 
Η δίκη συνεχίζεται ως προς την 458568/15.12.2021 ΚΥΑ και καταργείται ως προς την 42799/3.6.2021 ΚΥΑ. 
 
Απορρίπτεται λόγος ακυρώσεως περί αναρμοδιότητας του Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών. 
 
Κρίνεται ότι τόσο κατά το ενωσιακό δίκαιο όσο και κατά το εσωτερικό δίκαιο η επίκληση από τον διάδικο διάταξης οδηγίας, η οποία δεν είναι αρκούντως σαφής, ακριβής και απαλλαγμένη αιρέσεων ώστε να έχει άμεσο αποτέλεσμα, δεν μπορεί να καταλήγει στο να μην εφαρμόζεται από δικαστήριο κράτους μέλους μια διάταξη εθνικού δικαίου. Το άρθρο 38 παρ. 2 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ έχει άμεσο αποτέλεσμα και, συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως ότι η διάταξη αυτή έχει μεταφερθεί πλημμελώς με το άρθρο 86 του ν. 4636/2019 προβάλλεται παραδεκτώς ενώπιον του εθνικού δικαστή, είναι όμως αβάσιμος. 
Περαιτέρω, το Δικαστήριο, με επίκληση προηγούμενης νομολογίας του (ΣτΕ Ολομ. 2347-8/2017), κρίνει ότι τρίτη χώρα, η οποία έχει επικυρώσει την Σύμβαση της Γενεύης με γεωγραφικό περιορισμό, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ασφαλής, κατά την έννοια των άρθρων 86 του ν. 4636/2019 και 38 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, εφόσον τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης και παρέχει επαρκή προστασία ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως, μεταξύ άλλων, του δικαιώματος πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη και την αγορά εργασίας. 
Ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου σκοπού της εξασφάλισης της κατά το δυνατόν ταχείας εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, ενόψει και των οριζομένων στο άρθρο 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το άρθρο 38 της οδηγίας (και, αντιστοίχως, το άρθρο 86 του ν. 4636/2019) έχει την έννοια ότι δεν είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός τρίτης χώρας ως ασφαλούς εφόσον δεν προκύπτει ότι θα καταστεί εφικτή η εισδοχή ή η επανεισδοχή του αιτούντος διεθνή προστασία στην εν λόγω τρίτη χώρα διότι, στην αντίθετη περίπτωση, θα παρατεινόταν απλώς ο χρόνος εξέτασης του υποβληθέντος αιτήματος διεθνούς προστασίας και η αβεβαιότητα του αιτούντος ως προς το καθεστώς παραμονής του στην χώρα στην οποία υπέβαλε το αίτημα, χωρίς να αποκλείεται ο κίνδυνος επαναπροώθησής του σε χώρα στην οποία κινδυνεύει να υποστεί δίωξη και το ενδεχόμενο διατάραξης των διεθνών σχέσεων των κρατών. Η άποψη ότι η δυνατότητα εισδοχής ή επανεισδοχής του αλλοδαπού αιτούντος προστασία στην τρίτη χώρα αποτελεί προϋπόθεση του χαρακτηρισμού τρίτης χώρας ως ασφαλούς, έχει αποτυπωθεί εξάλλου σε κείμενα ηπίου δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης και έχει υποστηριχθεί και από μερίδα της θεωρίας του διεθνούς δικαίου,  ενώ την έχουν υιοθετήσει δικαστήρια και άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ολλανδικό Συμβούλιο της Επικρατείας). Περαιτέρω, η διαπίστωση της συνδρομής της προϋπόθεσης της δυνατότητας εισδοχής ή επανεισδοχής του αλλοδαπού στην ασφαλή τρίτη χώρα περιλαμβάνει την εξέταση τόσο του υφιστάμενου στην εν λόγω χώρα νομικού καθεστώτος (ήτοι της τυχόν ανάληψης σχετικής νομικής υποχρέωσης εκ μέρους της τρίτης χώρας) όσο και της εν τοις πράγμασι συμμόρφωσης της τρίτης χώρας προς τις αναληφθείσες σχετικές υποχρεώσεις της. Από τα ανωτέρω  συνάγεται ότι, στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος καταρτίσει εθνικό κατάλογο γενικά ασφαλών τρίτων χωρών, κάνοντας χρήση της παρεχομένης από το άρθρο 38 παρ. 2 της οδηγίας σχετικής ευχέρειας, δεν επιτρέπεται, για τους λόγους ταχείας ολοκλήρωσης της εξέτασης των αιτημάτων διεθνούς προστασίας που αναφέρθηκαν παραπάνω, να χαρακτηρισθεί κανονιστικώς ως ασφαλής, τρίτη χώρα εφόσον δεν διαπιστώνεται η συνδρομή της προαναφερθείσας προϋπόθεσης – της δυνατότητας εισδοχής ή επανεισδοχής στην χώρα αυτή – και ως προς τα δύο προεκτεθέντα επί μέρους σκέλη της.  
Κατά την γνώμη όμως δύο Συμβούλων, οι οποίοι μειοψήφησαν, ο έλεγχος της συνδρομής της κατά τα ανωτέρω προϋπόθεσης δεν χωρεί κατά την κατάρτιση του καταλόγου ασφαλών τρίτων χωρών αλλά κατά την έκδοση των ατομικών πράξεων εφαρμογής της, ενώ ένας Σύμβουλος και μία Πάρεδρος υποστήριξαν ότι η εισδοχή ή η επανεισδοχή του αλλοδαπού στην ασφαλή τρίτη χώρα πρέπει να εξακριβώνεται κατά την στιγμή της εκτέλεσης της απόφασης της αρμόδιας εθνικής αρχής που απορρίπτει αίτημα διεθνούς προστασίας για τον λόγο αυτόν, και δεν αποτελεί στοιχείο της νομιμότητας της κανονιστικής πράξης περί χαρακτηρισμού γενικώς τρίτης χώρας ως ασφαλούς ή της ατομικής, απορριπτικής του αιτήματος, πράξης.
 
Το Δικαστήριο κρίνει ότι ικανοποιείται η κατά τα ανωτέρω, προκύπτουσα από το άρθρο 38 παρ. 4 της οδηγίας (και, αντιστοίχως, το άρθρο 86 παρ. 5 του ν. 4636/2019) προϋπόθεση, ως προς το πρώτο («νομικό») σκέλος της, εφόσον από τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες και την από 18.3.2016 κοινή δήλωση Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας προκύπτει ότι νομίμως έγινε δεκτό από τον κανονιστικό νομοθέτη ότι η Τουρκία ανέλαβε την νομική υποχρέωση να αποδέχεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την επανεισδοχή από την Ελλάδα αλλοδαπών αιτούντων διεθνή προστασία. Ως προς το δεύτερο όμως σκέλος της, το οποίο αφορά την εν τοις πράγμασι συμμόρφωση της Τουρκίας προς τις εν λόγω νομικές υποχρεώσεις της, η ίδια προϋπόθεση δεν ικανοποιείται, αφού δεν προκύπτει ότι πραγματοποιείται η επανεισδοχή στην Τουρκία των αιτούντων διεθνή προστασία, των οποίων τα αιτήματα έχουν απορριφθεί ως απαράδεκτα για τον λόγο της «ασφαλούς τρίτης χώρας», αλλά, αντιθέτως, όπως  αναφέρεται στο σχετικό σημείωμα της αρμόδιας Υπηρεσίας, το οποίο συνοδεύει την εισήγηση του Διοικητή της Υπηρεσίας Ασύλου, στην συνέχεια της οποίας εκδόθηκε η επίδικη Κοινή Υπουργική Απόφαση, «Από τον Μάρτιο του 2020 έως και σήμερα [δηλαδή για διάστημα που υπερβαίνει τους είκοσι μήνες] οι επιστροφές από την Ελλάδα στην Τουρκία έχουν παγώσει», χωρίς μάλιστα διάκριση ως προς την νομική βάση (διεθνείς συμφωνίες ή κοινή δήλωση Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας) δυνάμει της οποίας διατάσσονται οι επιστροφές. Ούτε μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του Δημοσίου ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν πάσχει από την άποψη αυτήν, προεχόντως διότι τα  προβαλλόμενα, ότι πρόκειται για προσωρινή «και κατά το μάλλον ή ήττον δικαιολογημένη [λόγω της συγκυρίας] μη εφαρμογή [της κοινής δήλωσης της 18.3.2016]» («η Τουρκία προσωρινά, λόγω της πανδημίας COVID, (γεγονός παγκόσμιο και αναμφισβήτητο), δεν δέχεται επανεισδοχές το τελευταίο χρονικό διάστημα»), δεν ευρίσκουν έρεισμα στα στοιχεία του φακέλου. Ούτε προκύπτει εξάλλου ότι ερευνήθηκε από την αρμόδια αρχή το ενδεχόμενο να μεταβληθεί η στάση της Τουρκίας ως προς το ζήτημα αυτό στο προσεχές μέλλον. Για τον λόγο, συνεπώς, αυτόν, βασίμως προβαλλόμενο, θα έπρεπε, κατά την γνώμη που πλειοψήφησε ως προς την ερμηνεία του άρθρου 38 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ και του άρθρου 86 του ν. 4636/2019, να γίνει δεκτή η  αίτηση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη 458568/15.12.2021 κοινή υπουργική απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών και του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, κατά το μέρος που καθορίζεται με αυτήν η Τουρκία ως ασφαλής τρίτη χώρα για ορισμένες κατηγορίες αιτούντων διεθνή προστασία. Αντιθέτως, κατά την άποψη της μειοψηφίας, ο λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος διότι η διαπίστωση της συνδρομής της εν τοις πράγμασι αποδοχής της επανεισδοχής των αιτούντων διεθνή προστασία  δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της κανονιστικής πράξης περί του χαρακτηρισμού γενικώς τρίτης χώρας ως ασφαλούς αλλά εξετάζεται σε επόμενα στάδια της διοικητικής διαδικασίας.
 
Δοθέντος όμως ότι γεννώνται εύλογες αμφιβολίες ως προς την έννοια του άρθρου 38 της οδηγίας, το Δικαστήριο αναβάλλει την οριστική του κρίση  και διατυπώνει προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: 
α) Το άρθρο 38 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική (κανονιστική) ρύθμιση, με την οποία χαρακτηρίζεται ως γενικώς ασφαλής για ορισμένες κατηγορίες αιτούντων διεθνή προστασία τρίτη χώρα, η οποία έχει μεν αναλάβει την νομική υποχρέωση να επιτρέπει την επανεισδοχή στο έδαφός της των εν λόγω κατηγοριών αιτούντων διεθνή προστασία, προκύπτει, όμως, ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα (που στην συγκεκριμένη περίπτωση υπερβαίνει τους είκοσι μήνες) η χώρα αυτή αρνείται την επανεισδοχή και δεν προκύπτει ότι ερευνήθηκε το ενδεχόμενο να μεταβληθεί η στάση της χώρας στο προσεχές μέλλον; ή
β) έχει την έννοια ότι η επανεισδοχή στην τρίτη χώρα δεν αποτελεί σωρευτική προϋπόθεση για την έκδοση της εθνικής (κανονιστικής) πράξης, με την οποία χαρακτηρίζεται τρίτη χώρα ως γενικώς ασφαλής για ορισμένες κατηγορίες αιτούντων διεθνή προστασία, αλλά αποτελεί σωρευτική προϋπόθεση για την έκδοση της ατομικής πράξης, με την οποία απορρίπτεται συγκεκριμένο αίτημα διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτο για τον λόγο της «ασφαλούς τρίτης χώρας»; ή 
γ) έχει την έννοια ότι η επανεισδοχή στην «ασφαλή τρίτη χώρα» πρέπει να εξακριβώνεται μόνον κατά την στιγμή της εκτέλεσης της απόφασης, όταν η απόφαση αυτή περί απορρίψεως του αιτήματος διεθνούς προστασίας βασίζεται στον λόγο της «ασφαλούς τρίτης χώρας»; 
Επιπλέον, το Δικαστήριο υποβάλλει με την απόφασή του αίτημα για την εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ) εκφράζει τη βαθιά του ικανοποίηση για την εμβληματική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), που δικαιώνει τα παιδιά και τις μητέρες τους που έχασαν την ζωή τους στο ναυάγιο του Φαρμακονησίου. 

Το ΕΣΠ, μαζί με τις οργανώσεις Δίκτυο Κοινωνικής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών, Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Ομάδα Δικηγόρων για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών και Υποστήριξη προσφύγων στο Αιγαίο(RSA) /PRO ASYL, εκπροσώπησε τους τραγικούς διασωθέντες ενώπιον του ΕΔΔΑ και τους πλαισίωσε στις στιγμές του θρήνου τους και της απελπισίας.

 

Ολόκληρη η απόφαση στα ελληνικά εδώ 

Περίληψη της Απόφαση όπως δημοσιεύθηκε απο το Δικαστήριο https://hudoc.echr.coe.int/fre#{%22itemid%22:[%22003-7380289-10089391%22]}

The Ministry of Migration & Asylum must immediately comply with the legislation in force and EU law.

Two new Decisions issued on 17 March 2023 by the Administrative Court of First Instance of Athens (AP 721/2023 and AP 741/2023) reaffirm that the submission of an application for scheduling the asylum application registration on the online platform operated by the Ministry of Migration & Asylum, establishes the status of a person as an asylum seeker, despite the contrary practice that the Ministry still applies, in complete contradiction with national, European and international legislation, as well as the now emerging national jurisprudence.

The cases, supported by the Greek Council for Refugees (GCR), concern Afghan citizens who, despite having submitted an application for the registration of their asylum request to the online platform of the Ministry of Migration & Asylum and awaited the date given by the Ministry to complete the registration of their asylum request, were arrested and detained, in violation of the legislation in force. In these two cases, their arbitrary arrest and detention hindered them from going to the Malakasa RIC to complete the filing of their application for international protection.

 

Our Efficiency

  • 90% Program Services
  • 10% Management